* on-line.gr *

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Editorial: Το περιοδικό μας ξεκίνησε από τον Πάνο Σ. Αϊβαλή, δημοσιογράφο πριν είκοσι χρόνια [1996] με μοναδικό σκοπό την παρουσίαση όλων των τάσεων της Λογοτεχνίας -ελληνικής και ξένης- με κύρια έμφαση στην ελληνική λογοτεχνία και ποίηση. [ http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Yfos/Yfos.html ]
Η Φωτό Μου
Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής - kepeme@gmail.com...............................................................................
δ/νση αλληλογραφίας: Μεσολογγίου 12 Ανατολή Νέα Μάκρη 190 05, τηλ. 22940 99125 - 6944 537571 και 210 8656.731
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

''Χάρτινη Συγγνώμη''


της  Βαλέριας  Ηλιάδου*

 

Μια φορά ήταν αυτή κι ήταν η πρώτη που το φως έμπαινε διστακτικά μες απ’ τη χαραμάδα του παραθύρου σου, στριμωχνόταν, ασφυκτιούσε κι έμπαινε.. Κι ήταν πρώτη η φορά που οι αχτίδες άγγιζαν τα μαλλιά σου, πότιζαν τα σφαλιστά σου μάτια , που τα γερμένα βλέφαρα σου ένιωθαν αυτή τη χρυσή πνοή. Ήταν η πρώτη αυτή η φορά που τα μέλη σου αγκάλιασε αυτή η λάμψη η δειλή που το σώμα σου ολάκερο γέμισε με χρώμα με μια τόσο δα πυγολαμπίδα χρώμα που αναβόσβηνε ποιος ξέρει μέσα σε ποιό σκοτάδι.. Το σώμα σου αρχίζει να ζεσταίνεται, να καίει με μια ονειρική διαίσθηση ανοίγεις τα μάτια σου κι ας μην έχεις ακόμα ξυπνήσει. Από ποιο λήθαργο να βγήκες και μπήκες τώρα στα δικά μου όνειρα και άγγιξες τη δική μου αλήθεια με το δάχτυλο σου σα να αγγίζεις το νερό με το κλαδί.. Με τάραξες. Ανοίγεις διάπλατα τα μάτια και θυμάσαι πού είσαι, τι έκανες, πού πρέπει να πας, όχι ποιος είσαι. Αυτό το τελευταίο μένει ακόμα αναπάντητο.
 Είσαι ο γιος, ο αδερφός, ο επαγγελματίας, ο αγαπημένος, είσαι ο ωραίος, είσαι ο δύσκολος, είσαι ο καχύποπτος, είσαι ο μοιραίος, ο ακραίος, το καλύτερο παιδί, είσαι μια λέξη ή πολλές;
 Ή μήπως τίποτα δεν είσαι..; Ξυπνάς μέσα στο χάραμα μιας ακόμα σκέψης που από καιρό πια τριγυρνάει μέσα σου, ξυπνάς κι είναι η φορά η πολλοστή που ξυπνάς και κοιτάζεις το ερωτηματικό σου. Όρθιος πια με δυο ανέμους στο πλευρό σου λίγο νωρίς, λίγο καθυστερημένα -να ‘ναι μια φυλακή ο χρόνος που εγκλωβίζεσαι παίρνοντας εσύ το κλειδί του κελιού σου το κλειδώνεις και μένεις μέσα μέχρι να σταματήσει η χιονοθύελλα, να περάσει ο τυφώνας, να ηρεμήσει η φύση , να σε δεχτεί κοντά της , να την δεχτείς κι εσύ, ν’ αγαπηθείτε πάλι..
Γύρω σου ερειπωμένοι κόσμοι μιας ζωής που επέλεξες και δημιούργησες. Που ήσουν εσύ ο Θεός της και την έπλασες απ’ την αρχή, της έδωσες μορφή και χρώμα και ύφος, μονάχα φωνή δεν της έδωσες να σε ζητάει. Γύρω σου η εικόνα μιας τακτοποιημένης καταστροφής που μέσα της και πάνω της και κάτω της κρύβει συντρίμμια αναμνήσεις που καλείς και διώχνεις συνεχώς.
Για ‘σένα κελαηδούν τα πουλιά, για ‘σένα γίνανε οι κάμποι πράσινοι, για ‘σένα βγήκαν έξω τα παιδιά, για ‘σένα ανέτειλε αυτός ο ήλιος, για ‘σένα γραφτήκαν τα έργα τα πιο μεγάλα για ‘σένα ακόμα έσμιξαν τόσο απλά , τόσο μοιραία τα ποτάμια με τις θάλασσες, για ‘σένα. Κι εσύ κοιτάζεις τα ερείπια με μια ματιά που διαπερνάει τον ίδιο σου τον πόνο, βγαίνει απ’ τη ψυχή σου, περιφέρεται στο χώρο κι επιστρέφει πάλι πίσω. Εσύ μπορείς να δεις τις αντοχές σου μέσα σε ένα τασάκι που ξέχασες να αδειάσεις κι ακόμα σ’ ενοχλεί η μυρωδιά του. Εσύ μονάχα μπορείς να δαμάσεις τους φόβους σου με μια υπόσχεση που γίνεται παραίσθηση και σε μοιράζει σε δυο κόσμους αφήνοντάς σου σημάδια που δεν αλλοιώνονται, να θυμάσαι αυτή τη μοιρασιά , να πορεύεσαι μαζί της. Σα γυαλί σπας και επιστρέφεις, δροσίζεις τα χείλη σου μέσα σε μια έρημο από λάθη, τα ξαναδροσίζεις κι ανασαίνεις. Μια ανάσα βαθιά σαν τον ωκεανό που δεν τελειώνει κι αργοσβήνει μέσα σε ένα χάος που σκοντάφτει στο κενό, τόσο γεμάτο μα και τόσο νωπό που δεν μπορείς να το προσπεράσεις χωρίς να βραχείς. Μες τα δυο χείλη σου που δροσίζονται μια γεύση από αλάτι πικρή, σα να καταπίνεις τον ήλιο και το φεγγάρι μαζί και να παλεύουν μέσα στο στομάχι σου για τη νίκη.
Κι ύστερα έσβησαν οι χαρακιές σου κι ετοιμάστηκες από αρχής να παιδέψεις λίγο ακόμα λίγο αυτόν τον εαυτό σου. Κι ήρθε η ώρα που περίμενες και ετοιμάστηκες να παραβγείς στο πρώτο σύνθημα να τρέξεις να προλάβεις, μα δεν έπαιζες για τη νίκη ήταν πιο πολύ μια απορία που σε βασάνιζε και δε μπορούσες να απαντήσεις. Ήταν για τον αν μπορείς να τρέξεις, αν μπορείς να βρεθείς αντίπαλος με τα θηρία μιας άλλης εποχής που λυσσασμένα με τα δόντια τους να τρίζουν σε προκαλούσαν σε ένα μαρτύριο δίχως τέλος, αν μπορέσεις να τρέξεις να σωθείς. Μα δε νικούσες, απλά ζούσες. Δεν ήταν μια πάλη θριάμβου ήταν μια πάλη επιβίωσης για να μπορέσει το ίδιο φως να σε αγγίξει το πρωί.. Θα τα κατάφερνες;
 Ποιος ξέρει.. Δεν είχες πάντα αυτή την έκφραση του φόβου να σε προσπερνά στο λεπτό, δεν είχες πάντα αυτά τα θρύψαλα για μάτια που ερμηνεύουν τις ευχές ως διαταγές, δεν είχες πάντα αυτό το χέρι που τώρα τρέμει μαζεμένο σε μπουνιά. Το ξέρεις πως δεν ήσουν πάντα έτσι.. Και τι μ’ αυτό.. Και τι; Θα περάσεις ξανά το σκαλοπάτι που οδηγεί στην κατηφόρα
Θα κατέβεις κι εσύ
Μ ‘έναν πόνο στα μάτια στοργικό
Θα χεις δίπλα σου τη λήθη και το όνειρο
Θα σαι πάντα μοιρασμένος σα χαρτί με δυο κομμάτια μέτρα να τραγουδούν για ‘σένα
Θα γυρίσεις με ένα βλέμμα
Πίσω
Και πάλι θα προχωρήσεις..
Μα τα βήματά σου κουβαλάνε το χειμώνα κι είναι τόσο βαριά
Σα να βουλιάζουν σ ένα βάλτο
Σε μια έρημο από ενοχές.
Είναι βήματα ανθρώπου.
Είναι νωρίς πολύ νωρίς κι ας ξέρεις ήδη πως είσαι μόνος
Σου πήρε καιρό
Μα τώρα ξέρεις πως έχεις εσένα μονάχα
Εσένα και δυο εποχές που σε φορτίζουν νευρικά
Υπάρχεις εσύ και δυο σιωπές
Να σε τυλίγουν με ένα πέπλο αόρατο.
Δε θες πολλά.. Μονάχα να ταξιδέψεις στο δικό σου όνειρο , να μπορέσεις να χαθείς.. Αφού ο κόσμος είναι τόσο μικρός για ‘σένα και δε σε χωράει.
Αφού ο ήλιος για ‘σένα καίει λιγότερο και το νερό δε φτάνει για ‘σένα
Και οι δρόμοι
Οι δρόμοι είναι μικροί, τόσο μικροί που το βήμα σου τους φτάνει
Και ο αέρας
Ο αέρας λιγοστεύει σαν αγανάκτηση που ησυχάζει και μεγαλώνει μέσα σου τρέφοντας μια αυταπάτη από ντροπές..
Κάνεις μονάχα ένα βήμα κι είσαι εκεί από όπου ξεκίνησες.
Τι μάταιο!
Μια σταλιά δάκρυα δε φτάνουν να ποτίσουν όλους αυτούς τους κάμπους, δυο χέρια τόσο μικρά δεν αρκούν να σηκώσουν τη θλίψη του κόσμου, δε φτάνουν κι ας νομίζεις. Δε φτάνουν.

…...................
* έχει εκδόσει τη ποιητική συλλογή ''Χάρτινη Συγγνώμη''  από τις εκδόσεις Παρατηρητής το 2002.

Δεν υπάρχουν σχόλια: