* on-line.gr *

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Editorial: Το περιοδικό μας ξεκίνησε από τον Πάνο Σ. Αϊβαλή, δημοσιογράφο πριν είκοσι δυο χρόνια [1996] με μοναδικό σκοπό την παρουσίαση όλων των τάσεων της Λογοτεχνίας -ελληνικής και ξένης- με κύρια έμφαση στην ελληνική λογοτεχνία και ποίηση. [ http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Yfos/Yfos.html ]
Η Φωτό Μου
Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής - kepeme@gmail.com...............................................................................
δ/νση αλληλογραφίας: Μεσολογγίου 12 Ανατολή Νέα Μάκρη 190 05, τηλ. 22940 99125 - 6944 537571
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Μάρκος Μέσκος, εφημερίδα Καθημερινή, συνέντευξη στη Γιώτα Μυρτσιώτη 1-3-2014



Ασκείται στην ποίηση εδώ και 58 χρόνια. Ο Εμφύλιος, ο τόπος, τα αιματοβαμμένα χώματα, οι απώλειες, το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία ο Μάρκος Μέσκος χτίζει με στίχους την ιστορική, πολιτική και ανθρώπινη διάσταση όσων είδε και όσων βίωσε, στιγματισμένος από το καυτό σίδερο της εποχής του.

Γεννήθηκε (1935) στο «μάτι του επαρχιακού ιστορικού κυκλώνα», μεγάλωσε με πληγές, αγώνες και αγωνίες όχι μόνο ως παρατηρητής και ως συμμετέχων. Γι’ αυτό, νωρίς, από τα γυμνασιακά του χρόνια στην Εδεσσα, μετουσίωνε την τραγικότητα της ζωής σε ποίηση, «ένα από τα ελάχιστα ανεξαργύρωτα είδη του ανθρώπου», όπως λέει.

«Οταν γράφω, ζω. Οταν δεν γράφω υποφέρω», ομολογεί. Πάντως, όταν δεν γράφει και δεν ζωγραφίζει («μπογιατίζει» συνηθίζει να λέει), ανεβαίνει στον γενέθλιο τόπο, που γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή. Παίρνει βαθιές ανάσες και επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε από τις αρχές του ’80 έπειτα από δεκπέντε χρόνια (1965-1980) εσωτερικής μετανάστευσης στην Αθήνα. 

Ο Μάρκος Μέσκος αποφεύγει, συνήθως, τις συνεντεύξεις. Ενα πρωινό όμως, σ’ ένα καφέ μετά το καθιερωμένο πέρασμά του από το βιβλιοπωλείο «Το Κεντρί», ανοίχτηκε και με βλέμμα πολλές φορές καρφωμένο στα ερειπιώδη ανάκτορα του Γαλερίου, μίλησε όπως είπε «de profudis». «Δεν είμαι άνθρωπος της δημοσιότητας», έσπευσε να διευκρινίσει. «Γιατί, αν σε τσιμπήσει το μικρόβιό της, είσαι χαμένος από χέρι».

– Ο ποιητής δεν είναι δημόσιο πρόσωπο;

– Είναι, αλλά δεν είναι σταρ. Είναι κρυμμένος παντού. Είναι στην άκρη, είναι αποδιοπομπαίος τράγος της εκάστοτε εξουσίας. Γι’ αυτό απαξιώνουν την ποίηση. Η ποίηση όμως είναι ό,τι ωραιότερο υπάρχει στην ανθρώπινη οντότητα.  Οι ωραίοι άνθρωποι, κι εννοώ τους ποιητές, τους καλλιτέχνες, στην εποχή τους ήταν τα πουλάκια της θύελλας.

– Χωρίζετε τους καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης σε δύο κατηγορίες. Στη μία είναι εκείνοι που «επιζητούν το προσκήνιο», στην άλλη, «το υπόγειο-χαρτί και μολύβι για τον ποιητή, ατελιέ για τον ζωγράφο». Σε ποια ανήκουν οι περισσότεροι;

– Στην πρώτη. Οι ωραίοι άνθρωποι ήταν πάντα μειονότητα. Αρχίζει και αραιώνει ο κόσμος, φεύγουν άνθρωποι με τους οποίους τριφτήκαμε, φεύγουν οι παιδικοί φίλοι. Είμαι σίγουρος ότι έρχονται νέοι αξιότεροι, αλλά αυτούς δεν τους γνωρίζουμε, είναι ακροβολισμένοι.

– Τι σημαίνει για εσάς αυτή η «τριβή»;

– Κινητοποιεί τις δυνατότητές μου όταν πλησιάζει κάποιος κίνδυνος. Οσο μεγαλώνουμε, αισθανόμαστε τις απώλειες μάλιστα χωρίς μεταφυσικές αγωνίες, γιατί δεν υπήρξα μεταφυσικός, αλλά στιγματισμένος από το καυτό σίδερο της εποχής μου. Γι’ αυτό και είμαι βαριά πέτρα. Δεν μετακινούμαι εύκολα. Είμαι κοντά στα όνειρά μου, στα ιδανικά μου και στην ιστορία μου. Γιατί υποφέραμε στη ζωή μας, υποφέρουμε γιατί πληρώνουμε ό,τι ονειρευτήκαμε και ό,τι προσπαθήσαμε να ολοκληρώσουμε. Αποτύχαμε. Κάποτε πρέπει να δούμε τι σημαίνει και η αποτυχία. Οχι η ήττα· η αποτυχία.

– Κάνετε απολογισμό εκείνης της εποχής;

– Δεν θέλω να κάνω. Απλώς την επικαλούμαι. Δεν επικαλούμαι το παρελθόν, αλλά τους ωραίους ανθρώπους –ειδικά τους νεκρούς του ’48-’49, που με τάραξαν– και θλίβομαι που έχουν χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Δεν δέχομαι ότι οι άνθρωποί μου είναι χώμα και κόκαλα. Τους επικαλούμαι τακτικά, διότι αυτοί είναι το παρελθόν μου, η πατρίδα μου, η ζωή μου. Υπολογίζω στο μέλλον όταν βλέπω τα μάτια των νέων παιδιών. Γιατί αυτά δεν έχουν φτάσει ακόμη στη σύγκρουση, στην πολλαπλή προδοσία και στην αυτονόητη φθορά.

– Η σύγκρουση ή προδοσία βάρυνε περισσότερο την «πέτρα» σας;

– Η σύγκρουση λιγοστεύει την πέτρα, ενώ η προδοσία καρφώνει την ψυχή. Μνήμη ζωής την κατέχω από παιδί. Θυμάμαι τον κόσμο από τα πέντε μου. Δέκα χρόνια μετά συνδαύλιζε την ψυχή μου και η συνείδηση. Γιατί, όσα είδα, άκουσα και βίωσα ήταν αυτά που ολοκλήρωσαν τη συνείδησή μου και που έγιναν η αιτία να πάρω τους δρόμους της επιλογής μου. Αυτούς, των ταπεινών και καταφρονεμένων, των «ηττημένων», της δυστυχίας των μειονοτήτων και του κοινωνικού περιθωρίου.

– Γυρίζοντας πίσω, αναρωτιέστε αν άξιζε τον κόπο τόσο αίμα;

– Δεν είναι εύκολη η απάντηση, γιατί πάλι θα καταφύγω στα ερωτήματα. Βεβαίως η ποίηση αναγνωρίζει ποιος εκφράζει τον κοσμάκη και ποιος την εξουσία. Με τους απλούς, αυθόρμητους και ευαίσθητους ανθρώπους είναι πάντοτε η ποίηση που ονειρεύονται τα ωραία αλλά απραγματοποίητα όνειρά τους. Η εκάστοτε εξουσία είναι το κακό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τις δυσκολίες των μαέστρων της όταν προσπαθούν, οι κακόμοιροι, να πραγματώσουν τις δικές τους επιδιώξεις – φαντάζομαι το μέλλον πολύ πιο αγαπημένο από προηγούμενες μαύρες εποχές.

Το βόλεμα μας οδήγησε εδώ...
– Μετά την πτώση του Τείχους, η Αριστερά βρήκε θέση στο πολιτικό σκηνικό;
– Η Αριστερά έχει κάνει και αυτή λάθη, σφάλματα, ενίοτε και ορισμένα εγκλήματα. Αλλά δεν μπορώ να βάλω στο ίδιο σακί την Αριστερά με όλες τις δυνάμεις που κυβέρνησαν τον τόπο και τον κόσμο, γιατί πλεονάζει όχι το κακό, πλεονάζει τουλάχιστον η συνείδηση σε ποιον κόσμο ζούμε. Η Αριστερά, όπως την εννοώ, είναι ο κόσμος της προσφοράς και όχι της αρπαγής. Είναι και τέκνο της οργής, της απελπισίας και των δρόμων της ουτοπίας με την ερωτική σημασία. Να μη γίνω πιο σκληρός, διότι το αντίπαλον δέος της Αριστεράς εφρόντιζε να στιγματίζει, να εξορίζει, να φυλακίζει και να σκοτώνει.

– Δηλώνετε «ουμανιστής κομμουνιστής χωρίς κομματική ταυτότητα». Πώς βλέπετε την ελληνική Αριστερά σήμερα;

– Στην ελληνική Αριστερά, αν βγάλουμε την πολιτική διάσταση του όρου, έχουμε να προσθέσουμε στο ιδεώδες της τους ανθρώπινους τόνους της κοινωνίας.

– Και τη Χρυσή Αυγή;

– Στην αρχή κάθε βία χρυσώνει το χάπι και υπόσχεται τα πάν-καλα. Κατά τη διάρκεια της πορείας, όμως, και στο τέλος συνήθως έχουμε το κακό, την καταστροφή και την απάνθρωπη Πολιτεία.

– Μετά την κρίση του Εμφυλίου, πώς βιώνετε τη σημερινή;

– Η σημερινή κρίση είναι συνέχεια άλλων μεγάλων κρίσεων. Ας αναζητήσουμε τα αίτια της σημερινής από τότε που δανείζεται συνεχώς η Ελλάδα, ενώ θα μπορούσαν να τρώνε οι άνθρωποί της με χρυσά κουτάλια. Τι λείπει στην Ελλάδα; Τα πάντα υπάρχουν. Και όμως υποφέρουμε. Η σημερινή κρίση έχει στοιβάξει μια νοοτροπία χαραγμένη από την ανάγκη του βολέματος και τις ευκολίες της ζωής. Κάποιοι μπουνταλάδες, όμως, δεν τα φάγαμε όλοι. Αν εγώ είμαι υπεύθυνος για τη σημερινή μιζέρια της χώρας κατά 2%, για το υπόλοιπο υπεύθυνοι είναι οι διαχειριστές που θεσπίζουν τους νόμους.

– Γιατί πιστεύετε ότι το είπε ο Πάγκαλος;

– Δεν γνωρίζω και δεν θέλω να έχω σχέση μαζί του. Εγώ δεν είμαι πολιτικό πρόσωπο, αλλά ένας παρατηρητής, ένας ωτακουστής της καθημερινότητας, όπως έλεγε ο Καβάφης. Παρατηρώ, αναζητώ την αλήθεια και προσπαθώ να τη γράψω. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική. Η πολιτική επικαλείται συνεχώς το ψέμα, η τέχνη αναζητεί την αλήθεια, ή επιδιώκει ή φαντάζεται ή γουστάρει την αλήθεια.

– Ποιο θαύμα μπορεί να βγάλει σήμερα τη χώρα από τον ζόφο;

– Κάποτε οι συνθήκες δεν είναι ορατές. Διακρίνονται από το εγχείρημα της απόφασης μιας ομάδας ανθρώπων να αλλάξουν τον κόσμο. Καμιά φορά, δηλαδή, ωριμάζουν από κάποια τρελά, απονενοημένα διαβήματα. Η ζωή είναι πολύ ισχυρό πράγμα. Ο άνθρωπος είναι ικανός και για το θαύμα και για την καταστροφή, εξαρτάται πάντοτε ποιο στοιχείο πλεονάζει μέσα του. Τελικά, πιστεύω ότι, όταν αυτός ο πλανήτης καταστρέψει όλες τις δυνατότητές του λόγω αγοράς και λόγω χρημάτων, ο άνθρωπος θα περάσει σε άλλους πλανήτες για να ξαναρχίσει τη ζωή από την αρχή. Αυτό είναι το όραμά μου.

– Σήμερα, ποιες είναι οι πηγές έμπνευσης για έναν ποιητή;

– Η καταβολή ενός εκάστου, τα βιώματα του καθενός, η συνείδησή του, τα αδιέξοδα, οι δυσκολίες, ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο. Στο δικό μου γραπτό οι καταβολές προέρχονται και από το δημοτικό τραγούδι. Μέσα από τις παραλογές του ανακαλύπτω τον υπερρεαλισμό. Για μένα δεν υπήρχαν εποχές· ερχόταν στα χείλη μου το πάνω μέρος του χεριού κι έγραφα. Γιατί δεν χρειάζεται να φανταστώ για να ποιώ. Η δραματικότητα της ζωής πραγμάτωνε τις γραφές μου. Γι’ αυτό δύσκολα ειρωνεύτηκα. Δεν είχα άλλους δρόμους της τέχνης του λόγου. Εννοώ τον ορατό σαρκασμό, τη φανερή ειρωνεία, το άκρατο και άκριτο αίσθημα.

– Γράφετε πολύ τελευταία. Πρόσφατα «Τα ποιήματα της σκάλας», και αναμένονται τα «Προσωπικά κείμενα» (εκδόσεις Γαβριηλίδης). Το «καυτό σίδερο της εποχής» εξακολουθεί να διατρέχει τη δουλειά σας;

– Κάθε άνθρωπος βλέπει τον κόσμο μέσω της συνείδησής του. Μόνο τώρα τελευταία, με τα πολύτιμα αποθέματα που έχω ακόμη μέσα μου και την ανάγκη να πω μερικά πράγματα, προσπαθώ να ολοκληρώσω την εικόνα της ζωής μου, την περιπέτεια της διαδρομής μου, και από άλλες κατευθύνσεις και από άλλες πλευρές της ζωής, συνολικές, ωστόσο οριακές –η ψυχή μας κάνει πανιά, χρόνια τώρα–, γιατί είμαι κοντά στο τέλος. Παρότι δεν είμαι υπέρ του κακού, του μαύρου και του θανάτου, πάντοτε ήμουν υπέρ της ζωής, αυτής που είναι το «Μέγα καλό και πρώτο» του Σολωμού και ό,τι αγάπησα δεν το βρώμισα.

– Λέτε, συχνά, ότι έχετε εξοικειωθεί νωρίς με τον θάνατο. Τι σας φοβίζει περισσότερο;

– Ο θάνατος του άλλου. Γιατί ξέρω ότι με αυτόν τον άνθρωπο δεν θα ανταμώσουμε ποτέ. Αυτό με τρελαίνει, με αποκαρδιώνει, περιορίζει την αντοχή μου. Και τα τελευταία μου, τα «Ποιήματα της σκάλας», εκτός του ότι ήταν μια σύμπτωση –προέκυψαν ύστερα από ένα ατύχημα στη σκάλα κι ευτυχώς υπήρχαν οι φίλοι μου– ολοκληρώνουν, ίσως, το πρόσωπο και την ουσία των ποιημάτων που έτυχε να γράψω. Η σκάλα δεν είναι η κλίμακα του Ιωάννου. Είναι η κακιά στιγμή, το πάνω-κάτω της ζωής και του θανάτου.

​​Οι τελευταίες ποιητικές συλλογές του Μάρκου Μέσκου («Πεζογραφήματα» 2013, «Τα ποιήματα της σκάλας» 2012, «Τα λύτρα» 2011) καθώς και οι συγκεντρωτικές εκδόσεις «Ποιήματα: Μαύρο δάσος Ι» και «Ποιήματα: Μαύρο δάσος ΙΙ») κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Έντυπ

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Πέθανε ο ποιητής Μάρκος Μέσκος


Έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος ποιητής και λογοτέχνης Μάρκος Μέσκος, σε ηλικία 83 ετών.
Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε και πέρασε τα μαθητικά του χρόνια στην Έδεσσα. Σπούδασε στο τμήμα γραφικών τεχνών και διακόσμησης του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Σχολής Δοξιάδη Αθηνών, από όπου και αποφοίτησε το 1968. Αρχικά εργάστηκε στο εμπορικό κατάστημα του πατέρα του, έπειτα, από το 1965, ως γραφίστας σε αρκετά διαφημιστικά γραφεία της Αθήνας, αλλά και ως επιμελητής εκδόσεων.
Έχει εικονογραφήσει διάφορες ποιητικές συλλογές, τόσο δικές του όσο και άλλων ποιητών, όπως του Ηλία Κεφαλά και του Γιάννη Χρυσανθόπουλου. Πολύ πριν την εγκατάστασή του στην Αθήνα (από το 1957), είχε συνδεθεί με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού Μαρτυρίες. Άρχισε να γράφει ποιήματα σε εφηβική ηλικία και πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1955 με (μετέπειτα αποκηρυγμένο) ποίημα στην Ηπειρωτική Εστία.
Από το 1981 είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου και υπήρξε συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των Χειρογράφων, ενώ το 1987-1993 εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της Α.Σ.Ε..
Η ποιητική του αναγνώριση επισφραγίζεται τις τελευταίες δεκαετίες με το πλήθος σημαντικών βραβείων που του έχουν απονεμηθεί.
Το 1996 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω (πρόκειται μάλιστα για την πρώτη φορά που απονεμήθηκε το βραβείο) για τη συλλογή του Χαιρετισμοί (1995), το 2005 με το βραβείο Καβάφη, το 2006 με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου, και το 2013 με Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Τα λύτρα (2012).
Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα νεοελληνικά γράμματα ήταν το 1956 με το ποίημα "Ειρήνη" στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, (τεύχος 13, Ιανουάριος 1956, σελίδα 46), όπου χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Κούλης Αυγερινός. Έχει χρησιμοποιήσει επίσης κατά καιρούς τα ψευδώνυμα Δημήτρης Γραμματικός και Πέτρος Μηλιώνης. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Συνεργάστηκε με ποιήματά και μελέτες του στα περιοδικά Επιθεώρηση Τέχνης, Εφημερίδα των ποιητών, Καινούργια Εποχή, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Ο Λογοτέχνης, Μαρτυρίες, Σημειώσεις, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Αντί, Ελίτροχος, Το Δέντρο, Γράμματα και Τέχνες κ.ά.
Η πρώτη φάση της ποιητικής του δημιουργίας σχετίζεται με τραυματικά ιστορικά βιώματα της δεκαετίας του 1940 και εμφορείται από την αίσθηση ενότητας ποιητή και γενέθλιου τόπου, ανθρώπινου υποκειμένου και φύσης.
Η έννοια της αντίστασης διατρέχει την ποίησή του και, ενώ στις αρχικές του συλλογές αποκρυσταλλώνεται σε μορφές της ελληνικής παράδοσης, όπως αυτές του Διγενή ή των κλεφτών, σταδιακά κατατείνει όλο και περισσότερο στην αφαίρεση. Άλλα χαρακτηριστικά της ποίησής του αποτελούν η εισβολή του ιστορικού χρόνου στον ατομικό χώρο και η οργανική συμπλοκή προσωπικού και συλλογικού.
Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη, στην Έδεσσα.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

«Ιστορίες φαντασμάτων από την Ιαπωνία» του Lafcadio Hearn, Εκδόσεις Ars Nocturna



Η ιαπωνική εκδοχή της λογοτεχνίας του φανταστικού
της Διώνης Δημητριάδου

«Τις ήσυχες νύχτες χαμηλώναμε το φιτίλι της λάμπας και άρχιζα να του διηγούμαι απόκοσμες ιστορίες. Ο Χερν μού έκανε ερωτήσεις με κομμένη την ανάσα και άκουγε τις ιστορίες μου με τρομαγμένο ύφος. Όπως ήταν φυσικό, έδινα έμφαση στα συναρπαστικά σημεία, όταν τον έβλεπα τόσο συνεπαρμένο. Εκείνες τις στιγμές το σπίτι μας έμοιαζε στοιχειωμένο».
Η παραπάνω αφήγηση ανήκει στη σύζυγο του Χερν, τη Σέτσου, από την οποία προέρχονται κάποιες από τις ιστορίες φαντασμάτων. Γιατί τις ιστορίες αυτού του βιβλίου δεν τις γέννησε η φαντασία του συγγραφέα. Άλλες τις άκουσε από τη Σέτσου, άλλες τις διάβασε σε ιαπωνικά βιβλία που αναζήτησε σε παλαιοπωλεία. Ο ίδιος τις διασκεύασε και τις αφηγήθηκε με τον δικό του τρόπο. Αξιοσημείωτη εδώ η συμβολή της Σέτσου, η οποία, αφού πρώτα διάβαζε τις ιστορίες και τις αφομοίωνε, μετά προφορικά τις απέδιδε με τις δικές της λέξεις και φράσεις. Έτσι ο Χερν κέρδιζε την προφορικότητα, που του ήταν απαραίτητη για να αποδώσει μετά εκείνος με τη σειρά του τις μυστηριώδεις ιστορίες στο χαρτί. Με δυο λόγια ενσωμάτωνε στη γραφή του τον τρόμο που η κάθε ιστορία είχε μέσα της, διέσωζε την παράδοση από στόμα σε στόμα, εγκλώβιζε στη γραφή του την αντίδραση του ακροατή. Η συγγραφική του τέχνη διαμόρφωνε το κλίμα της κάθε ιστορίας διατηρώντας όλη την αυθεντικότητα μιας πρώτης αφήγησης.
Οι ιστορίες του φανταστικού έχουν φυσικά το κοινό τους, ευτυχώς καθόλου ευκαταφρόνητο σε μέγεθος. Ως δυτική κοινωνία που είμαστε η προτίμηση φυσικά κλίνει προς τις ιστορίες γοτθικού τύπου, που περισσότερο ταιριάζουν με τη δική μας ιδιοσυγκρασία, ή μιλώντας για την ελληνική περίπτωση η προφορική δική μας παράδοση έχει να δείξει τα δικά της ξωτικά και τις επιστροφές νεκρών, προκειμένου να υλοποιήσουν υποσχέσεις που δόθηκαν εν ζωή.  Εδώ, όμως, ερχόμαστε σε επαφή με τη μυστηριακή ατμόσφαιρα ενός άλλου κόσμου, που μας προσκαλεί να νιώσουμε τη μετάλλαξη του ρεαλιστικού τοπίου σε φανταστικό, μέσα από την κουλτούρα της Άπω Ανατολής. Μια εντελώς άλλη αίσθηση του μυστηρίου, ένας κόσμος όπου οι αόρατες (ή εν μέρει και επιλεκτικά ορατές) οντότητες κυκλοφορούν ανάμεσα στα ορατά και γήινα όντα. Οπτασίες, δαιμονικές θεότητες, όρκοι και δεσμεύσεις, ενσαρκώσεις πολλαπλές, πνεύματα της φύσης, όλα να πολιορκούν τον άνθρωπο. Και ένα ερώτημα να ανακύπτει κάθε τόσο: ποιος είναι όμως ο αληθινός κόσμος;  
Καθώς ούρλιαζε, η φωνή της λέπταινε, σαν το ουρλιαχτό του ανέμου – και η ίδια έλιωσε σε μια φωτεινή λευκή ομίχλη που ανέβηκε σπειροειδώς στα δοκάρια της στέγης και εξαφανίστηκε μέσα από την καπνοδόχο…
Ποτέ δεν την είδε κανείς ξανά.  
Στις ιστορίες του Χερν συναντάται ο τρόμος για το άγνωστο και ασαφές με τον λυρισμό των περιγραφών, τη λεπτότητα των αισθημάτων, τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέχρι τον ενδότερο κόσμο τους, δημιουργώντας έτσι μια μοναδική ατμόσφαιρα δέους και ταυτόχρονα ένα σκεπτικισμό για τη θνητότητα και τη μοίρα που την ορίζει. Οι  μορφές που συνδιαλέγονται με τους ανθρώπους των ιστοριών είναι φτιαγμένες από θνητή ύλη κι αυτές ή μήπως σ’ αυτόν τον κόσμο που οι θεότητες συμβιώνουν με τους θνητούς δεν ξέρεις ποτέ ποιος είναι δίπλα σου και για ποιον σκοπό;   
Η λευκή γυναίκα έγειρε προς το μέρος του, όλο και χαμηλότερα μέχρι που το πρόσωπό της σχεδόν τον άγγιξε και τότε ανακάλυψε πως ήταν όμορφη – παρ’ όλο που τα μάτια της τον τρόμαζαν. Για λίγο συνέχισε να τον κοιτάζει  – τότε χαμογέλασε και ψιθύρισε. «Σκόπευα να σου κάνω ό,τι και στον άλλο άντρα. Αλλά δεν μπορώ να μην νιώσω οίκτο για σένα – είσαι τόσο νέος… Είσαι όμορφο παλικάρι, Μινόκιτσι, και τώρα δε θα σε βλάψω. Αλλά αν ποτέ πεις -ακόμα και στην ίδια σου τη μάνα- τι είδες απόψε, θα το μάθω· και τότε θα σε σκοτώσω… »   



Σ’ αυτούς τους παμπάλαιους θρύλους της Άπω Ανατολής, που ζει με τους δικούς της ρυθμούς και τη δική της κοσμοθεωρία, δεν συγχωρούνται τα λάθη και η μη τήρηση των όρκων, δεν αποκόπτονται οι δεσμοί με το παρελθόν, η μνήμη των συνειδήσεων αναδεικνύεται παντοδύναμη. Και ο θνητός άνθρωπος πρέπει να τηρεί τα πατροπαράδοτα έθιμα και να μην αμφισβητεί ποτέ την ύπαρξη της άλλης πλευράς, της άλλης όψης των υλικών πραγμάτων. Μια ανάμειξη των κόσμων, του ορατού και του αόρατου ή αδιόρατου. Μια διαρκής υπενθύμιση για τη σχετική φθαρτότητα της ύλης και την αφθαρσία της ψυχής. Φαντάσματα και οπτασίες είναι εκεί για να μην το λησμονήσουμε.
 Διαβάζοντας νιώθεις αυτό που σαγήνευσε τον Χερν και τον έκανε να ενσωματωθεί στη ζωή και την κουλτούρα μιας τόσο διαφορετικής πολιτισμικής εκδοχής. Αυτό που τον οδήγησε να απαρνηθεί τον δυτικό κόσμο στον οποίο ανήκε και να θεωρηθεί πλέον Ιάπωνας σε συνήθειες και σε ταυτότητα. Έτσι, όμως, όπως ο Λευκάδιος Χερν δραπετεύει από τον δυτικό πολιτισμό και εισέρχεται στον κόσμο της αγαπημένης του ιαπωνικής θαλπωρής,  δείχνει και σε μας τον δρόμο για να γνωρίσουμε -με χαλαρωμένες τις αισθήσεις όπως απαιτείται- την Ιαπωνία των θρύλων. Ο Λευκάδιος Χερν, αυτός ο μισός Έλληνας μισός Ιρλανδός που ευδοκίμησε όμως σ’ αυτήν που αποκαλούσε αληθινή του πατρίδα, την Ιαπωνία. Και που παραμένει εν πολλοίς άγνωστος στην Ελλάδα. Εδώ οι εκδόσεις Ars Nocturna μας δίνουν την ευκαιρία να εντρυφήσουμε στον αγαπημένο του μυστηριακό χώρο του φανταστικού, σε μια επαφή με παραδόσεις προφορικές παλαιότατες. Να γνωρίσουμε μιαν άλλη εκδοχή, πολύ ενδιαφέρουσα, της λογοτεχνίας των ιστοριών τρόμου. Η έκδοση περιλαμβάνει είκοσι έξι ιστορίες από τρεις συλλογές του Χερν (με διαφορετική ποιότητα στην υπόσταση των φανταστικών μορφών η κάθε μία), ικανό αριθμό ώστε να πάρουμε μια ιδέα της ιαπωνικής ιστορίας του φανταστικού. Συμπληρώνεται από μια κατατοπιστική Εισαγωγή της Αριστέας Λέκκα για τα είδη των μορφών αυτών και τις ιδιότητές τους καθώς και τους τρόπους που αυτές γίνονται αισθητές στους θνητούς, και ένα Επίμετρο σχετικό με την παρουσία της γυναίκας στο έργο του Χερν, πολύ κατατοπιστικό και για τις γυναικείες μορφές στις ιστορίες του αλλά και για τον ρόλο της μητέρας και της συζύγου του στη ζωή του και στο έργο του. Ένα Χρονολόγιο ολοκληρώνει την πολύτιμη αυτή έκδοση, για την προσέγγιση της τόσο ξεχωριστής φυσιογνωμία του Λευκάδιου Χερν. Επίμετρο και Χρονολόγιο από την Τετη Σώλου.
Δύο τελευταίες παρατηρήσεις, νομίζω σημαντικές. Η πρώτη αφορά τη μετάφραση του βιβλίου, που είναι αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς. Τα ονόματα των μεταφραστών: Μαρία Γιακανίκη, Κώστας Κώτσιας, Πέρη Κώτσια, Ειρήνη Μαντά, Ανδρέας Μιχαηλίδης. Η ευκαιρία να δούμε διαφορετικές προσεγγίσεις απόδοσης  στα ελληνικά μιας ξένης γλώσσας, και να διαπιστώσουμε πως όλες μεταφέρουν την ατμόσφαιρα των ιστοριών διατηρώντας στο ακέραιο τη μαγεία της. Η δεύτερη αφορά το εξαιρετικό εικαστικό του εξωφύλλου  του Όθωνα Νικολαΐδη, που μας εισάγει με την αισθητική του στον κόσμο της ιαπωνικής κουλτούρας. Μια συνολική πρόταση γνωριμίας με την Ιαπωνία του Χερν σε μια έκδοση πλήρη και  ενδιαφέρουσα.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Άνθος του γιαλού - Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Επὶ πολλὰς νύκτας κατά συνέχειαν έβλεπεν ο Μάνος του Κορωνιού, εκεί όπου έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρώνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα εις δυο υψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλαιόν ερημόσπιτον κατηρειπωμένον, - εκεῖ έστρωνε συνήθως την κάπαν επάνω στην πλώρην της βάρκας, κι᾿ εκοιμάτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ύπνον, τρεις σπιθαμές υψηλότερ᾿ από το κύμα, θεωρών τα άστρα, και μελετών την Πούλιαν καὶ όλα τα μυστήρια του ουρανού - έβλεπε, λέγω, ανοικτὰ εις το πέλαγος, έξω από τα δυο ανθισμένα νησάκια, τα φυλάττοντα ως σκοποί το στόμιον του λιμένος, εν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ή άστρον πεσμένον - να τρεμοφέγγῃ, εκεί μακράν, εις το βάθος της μελανωμένης εικόνος, επιπολής εις το κύμα, και να στέκη επί ώρας, φαινόμενον ως να έπλεε, και μένον ακίνητον.
    Ο Μάνος του Κορωνιοῦ, λεμβούχος ψαράς, ήτον αδύνατος στα μυαλὰ όπως και πας θνητός. Αρκετὸν ήτο ήδη οπού έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα εις τους δυο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτον εκείνο, τ᾿ ολόρθον άψυχον φάντασμα, το οποίον είχε την φήμην, ότι ήτο στοιχειωμένον. Εκαλεῖτο κοινώς «της Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δεν ή ξευρεν. Ή, αν υπήρχον ολίγα γραίδια «λαδικά», ή και δυο τρεις γέροι, γνωρίζοντες τας παλαιάς ιστορίας του τόπου, ο Μάνος δεν έτυχεν ευκαιρίας να τους ερωτήση.
    Έβλεπε, βραδιές τώρα, το παράδοξον εκεῖνο μεμακρυσμένον φως να τρέμη και να φέγγη εκεί εις το πέλαγος, ενώ ήξευρεν, ότι δεν ήτο εκεί κανεὶς φάρος. Η Κυβέρνησις δεν είχε φροντίσει δι᾿ αυτὰ τα πράγματα εις τα μικρά μέρη, τα μη έχοντα ισχυρούς βουλευτάς. 
    Τι, λοιπόν, ήτο το φως εκείνο; Ησθάνετο επιθυμίαν, επειδὴ σχεδὸν καθημερινώς επέρνα με την βάρκα του από εκείνο το πέραμα, ανάμεσα εις τα δυο χλοερὰ νησάκια, και δεν έβλεπε κανὲν ίχνος εκεί την ημέραν, το οποίον να εξηγή την παρουσίαν του φωτὸς την νύκτα, να πλεύση τα μεσάνυχτα, διακόπτων τον μακάριον ύπνον του, και τους ρεμβασμούς του προς τ᾿ άστρα και την Πούλιαν, να φθάση έως εκεῖ, να ιδή τι είναι, και, εν ανάγκῃ, να το κυνηγήση το μυστηριώδες εκείνο φέγγος. Όθεν ο Μάνος, επειδή ήτο ασθενής άνθρωπος, καθὼς είπομεν, νέος εἰκοσαετής, εκάλεσεν επίκουρον και τον Γιαλήν τῆς Φαφάνας, δέκα έτη μεγαλύτερον του, αφού του διηγήθη τὸ νυκτερινὸν όραμά του, δια να του κάμη συντροφιὰν εις την ασυνήθη εκδρομήν. 

    Eπήγαν μίαν νύκτα, όταν η σελήνη ήτο εννέα ημερών, κι᾿ έμελλε να δύση περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Το φως εφαίνετο εκεί, ακίνητον ως καρφωμένον, ενώ ο πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ήρεμα προς δυσμάς κι᾿ έμελλε να κρυφθή οπίσω του βουνού. ΄Οσον έπλεαν αυτοί με την βάρκαν, τόσον τούς έφευγε, χωρίς να κινήται οφθαλμοφανώς, ο μυστηριώδης πυρσός. Έβαλαν δύναμιν εις τα κουπιά, «εξεπλατίσθηκαν». Το φως εμακρύνετο, εφαίνετο απώτερον ολονέν. Ήτο άφθαστον. Τέλος έγινεν άφαντον από τους οφθαλμούς των.
    Ο Μάνος, μαζί με τον Φαφάναν, έκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Αντήλλαξαν ολίγας λέξεις:
    - Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καίκι, όχι.
    - Και τι είναι;
    - Είναι...
    Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξευρε τι να είπῃ.
    Την νύκτα της τρίτης ημέρας, και πάλιν δυο ή τρεις ημέρας μετ᾿ αυτήν, οι δυο ναυτίλοι επεχείρησαν εκ νέου την εκδρομήν. Πάντοτε έβλεπαν την μυστηριώδη λάμψιν να χορεύη εις τα κύματα. Είτα, όσον επλησίαζαν αυτοί, τόσον το όραμα έφευγε. Και τέλος εγίνετο άφαντον. Τι άρα ήτο; 
    Εiς μόνον γείτων είχε παρατηρήσει τας επανειλημμένας νυκτερινὰς εκδρομὰς των δυο φίλων με την βάρκαν. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα ολίγα κολλυβογράμματα που ήξευρε, και είχεν ομιλήσει με πολλάς γραίας σοφάς, αίτινες υπῆρξαν το πάλαι. Εκάθητο όλην την νύκτα, αγρυπνών, σιμὰ εις το παράθυρόν του, βλέπων προς την θάλασσαν, και πότε εδιάβαζε τα βιβλία του, πότε ερρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβη του, όπου έρημος και μόνος εκατοικούσεν, έκειτο ολίγους βράχους παραπέρα απὸ το σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε την βάρκαν του ο Μάνος, ανάμεσα εις το σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας. 
    Μίαν νύκτα, ο Κορωνιὸς και ο εγγονὸς της Φαφάνας ητοιμάζοντο να λύσουν την βάρκαν, και να κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, δια να κυνηγήσουν το ασύλληπτον θήραμά των. 
    Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδεν, εξήλθεν απὸ την καλύβην του, φορών άσπρον σκούφον και ράσον μακρύ, όπως εσυνήθιζε κατ᾿ οίκον, επήδησε δυο τρεις βράχους προς τα εκεί, κι᾿ έφθασε παραπάνω απὸ το μέρος, όπου ευρίσκοντο οι δυο φίλοι.
    - Για που, αν θέλη ο Θεός, παιδιά; τους εφώναξεν. Είναι βραδιὲς τώρα που τρέχετε έξω απὸ το λιμάνι, χωρὶς να γιαλεύετε, χωρὶς να πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως σας ωνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, για να βρήτε τίποτα θησαυρό; 
    Ο Μάνος παρεκάλεσε τον Κόκοϊαν να κατεβή παρακάτω και να ομιλή σιγανώτερα. Είτα δεν εδίστασε να του διηγηθή το όραμά του.
    Ο Λίμπος ήκουσε μετά προσοχῆς. Είτα εγέλασε: 
    - Αμ᾿ που να τα ξέρετε αυτὰ εσεῖς, οι νέοι, είπε, σείων σφοδρώς την κεφαλήν. Τον παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σαν αυτὸ που είδες, Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγὼ δε βλέπω τίποτα!.. Το ίδιο κι ο Γιαλὴς βλέπει αυτὸ που λες πως βλέπεις;  
   Ο Γιαλὴς ηναγκάσθη με συστολὴν κατωτέραν της ηλικίας του να ομολογήση, ότι δεν έβλεπε το φως, περὶ ου ο λόγος, αλλ᾿ επείθετο εις την διαβεβαίωσιν του Μάνου, όστις έλεγεν ότι το βλέπει.

    Ο Κόκοϊας, ήρχισε τότε να διηγήται:
    «- Ακοῦστε να σας πω, παιδιά. Εγὼ που με βλέπετε, έφθασα τη γριά-Κοεράνω του Ραγιά, τὴν μαννοὺ αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα της Γκαβαλογίνας, ακόμα κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθή πολλὰ πρωτινά, παλαιϊκὰ πράματα, καθὼς κι αυτὸ που θα σας πω τώρα:
    »Βλέπετε αυτὸ το χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδῶ τον παλαιὸν καιρὸ εκατοικούσε μιὰ κόρη, η Λουλούδω, οπού την είχαν ονοματίσει για την εμορφιά της, - έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτὴ - μαζὶ με τον πατέρα της τον γερό-Θεριὰ (ελληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), όπου εκυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά, με την ασημένια σαγίτα καὶ με φαρμακωμένα βέλη.Ένα Βασιλόπουλο απὸ τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωκε το δαχτυλίδι του, κ᾿ εκίνησε να πάη στο σεφέρι και της έταξε με όρκον ότι, άμα νικήση τους βαρβάρους, την ημέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, θα έρθη να την στεφανωθή.
    »Επῆγε το Βασιλόπουλο. Έμεινεν η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυά της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχὴ στα ουράνια, να βγή νικητὴς το Βασιλόπουλο, να έρθη η μέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, να γυρίση ο σαστικός της, νὰ τὴν στεφανωθῆ.
    »Έφθασε η μέρα που ο Χριστὸς γεννᾶται. Η Παναγία με αστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε το Βρέφος μες στη Σπηλιά, το εσήκωσε, το εσπαργάνωσε με χαρά, και το ῾βαλε στο παχνί, για να το κοιμίση. Ένα βοϊδάκι κ᾿ ένα γαϊδουράκι εσίμωσαν τα χνώτα τους στο παχνὶ κ᾿ εφυσούσαν μαλακὰ να ζεστάνουν το θεῖο Βρέφος. Να, τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Ήρθαν οι βοσκοί, δυο γέροι με μακριὰ ασπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ έπεσαν κ᾿ επροσκύνησαν το θεῖο Βρέφος. Είχαν ιδεί τον Άγγελον αστραπόμορφον, με χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, είχαν ακούσει τ᾿ αγγελούδια που έψαλλαν: Δόξα εν υφίστοις Θεώ! Έμειναν γονατιστοί, μ᾿ εκστατικὰ μάτια, κάτω απὸ το παχνί, πολλὴν ώρα, κ᾿ ελάτρευαν αχόρταγα το θάμα το ουράνιο. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη την Λουλούδω!
    »Έφτασαν κι᾿ οι τρεις Μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσὲς μίτρες στο κεφάλι, κι᾿ εφορούσαν μακριὲς γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και τ᾿ αστεράκι, ένα λαμπρὸ χρυσὸ αστέρι, εχαμήλωσε κι᾿ εκάθισε στη σκεπὴ της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκὸ ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρεις βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν απ᾿ τις καμήλες τους, εμπήκαν στο Σπήλαιο, κι᾿ έπεσαν κι᾿ επροσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκια τους, κι᾿ επρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρη την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το Βασιλόπουλο. Το φουσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλάμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμὸ τα κάστρα των βαρβάρων. Το Βασιλόπουλο είχε χυμήξει με ακράτητην ορμή, απάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!
    »Τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ᾿ αρμυρό, οι αναστεναγμοί της εδιαλύθηκαν στον αέρα, κι᾿ η προσευχή της έπεσε πίσω στη γῆ, χωρὶς να φθάση στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυὸ αυτοὺς βράχους, οπού το λεν Ανθὸς του Γιαλού, αλλὰ μάτι δεν το βλέπει. Και το Βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, επαρακάλεσε να γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ του πελάγους, για να φτάση εγκαίρως, ως την ημέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξη τον όρκο του, που είχε δώσει στη Λουλούδω.
    »Μερικοὶ λένε, πως το Άνθος του Γιαλοῦ έγινε ανθός, αφρὸς τοῦ κύματος. Κι᾿ η Σπίθα εκείνη, η φωτιὰ του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχὴ του Βασιλόπουλου, που έλιωνε, σβήσθηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανεὶς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ (Ἀθήνα 1922-1988)

Ηλίας Κεφάλας


ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ
(Ἀθήνα 1922-1988)


ντρυφώντας μέσα στὶς τελευταῖες ποιήσεις τοῦ Τάσου Λειβαδίτη νιώθουμε ἔκπληκτοι ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ ρίγος ποὺ τὶς διαποτίζει. Ἤδη ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Βιολέτες γιὰ μιὰ ἐποχή», ὁ στίχος του «Κι ὅπως χιόνιζε ἄνοιξα τὸ Εὐαγγέλιο, ὰλλὰ χιόνιζε κι ἐκεῖ» μᾶς γεμίζει δέος καὶ ἀτέρμονη τρυφερὴ συγκίνηση γιὰ τὴ μεταστροφὴ ἑνὸς ποιητὴ ἀπὸ τὶς πεζὲς δεσμεύσεις τοῦ σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ πρὸς τὴ λυρικὴ ἀπελευθέρωση καὶ τὴν κατάκτηση μιᾶς ποίησης μὲ ἀπεριόριστα ἐκτενεῖς ὁρίζοντες. Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς νέας ποίησης τοῦ Τάσου Λειβαδίτη εἶναι αὐτὸ ποὺ κάλλιστα μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ «λυρικὴ θεολογία», ὑπογραμμιζόμενο ἀπὸ τὴν ἔκφραση ἑνὸς ἔντονου θρησκευτικοῦ ρίγους, τὸ ὁποῖο γίνεται ἐντονότερο ἀπὸ συλλογὴ σὲ συλλογὴ καὶ κορυφώνεται στὰ ποιήματα ποὺ κλείνουν τὴν ποιητική του πορεία. Αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ ἐννοήσουμε ὡς νέα ποίησή του, ἐντοπίζεται στὴν τρίτη του περίοδο ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Ἐγχειρίδιο εὐθανασίας» (1979) μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἔργου του.
Στὴν τελευταία του συλλογὴ «Τὰ χειρόγραφα τοῦ φθινοπώρου» (1990) ἡ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ γίνεται σχεδὸν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ καὶ μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ εἴτε ὡς ἐκ νέου σύναψη σχέσεων μὲ μιὰ ἀνώτερη συμπαντικὴ δύναμη, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καταχωνιασμένη μέσα του, προσδιορισμένη ἀπὸ ἁλυσιδωτὲς μνῆμες προγόνων καὶ παιδικῶν χρόνων, εἴτε ὡς ἀνακάλυψη ἀπὸ τὴ νέα ὀπτικὴ τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία μᾶς καταλαμβάνει ὅταν πλησιάζει τὸ τέρμα τοῦ βίου μας.
Στὴ μεταθανάτια αὐτὴ συλλογή περιλαμβάνονται ποιήματα μὲ διάχυτη τὴν αἴσθηση τοῦ ὁρατοῦ τέλους. Ὁ βροχοστάλαχτος φθινοπωρινὸς λυρισμὸς ὁδηγεῖ σὲ ἀποτιμήσεις θλίψεων καὶ νουθεσίες πρακτικῆς ἁπλότητας. Ἡ ἠθικὴ σοβαρότητα καὶ ἡ γνωστικὴ ὡριμότητα ὠθοῦν τὸ κέντρο βάρους τοῦ ποιήματος καὶ πάλι στὸν ἄνθρωπο. Ἀνάμεσα σὲ δυὸ βρεγμένα ἀπὸ τὴ δροσιὰ φύλλα χωρᾶ ὁ λόγος τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐγκόσμιας ἰσότητας. Οἱ συναρτήσεις τοῦ ποιήματος ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἀκούραστη ἀναζήτηση τῆς γαλήνης, τῆς ἰσορροπίας, τῆς εἰρηνικῆς συνύπαρξης καὶ τοῦ ἀνώδυνου τέλους. Οἱ καταστάσεις καὶ οἱ ἀξίες αὐτὲς ἔρχονται τώρα ἀπὸ πολὺ μακριά, πέρα ἀπὸ τὰ ἐφήμερα ὅρια τῆς καθημερινότητας. Ὁ ποιητὴς ἔχει κουραστεῖ νὰ ψάχνει τὰ αὐτονόητα μέσα στὴ θνητή ὑφὴ τοῦ βίου. Μεταθέτει λοιπὸν τὴν παρηγορία του μέσα στὸ μυθικὸ φάσμα τοῦ ἐπέκεινα. Ἐκεῖ ὅπου ἕνας Θεὸς ἀποτιμητής, παρηγορητὴς καὶ λυτρωτὴς ἀναμένει καὶ παραστέκει.
Σ’ αὐτὸν τὸν Θεὸ, ποὺ ἐσχάτως ἐναγκαλίζεται, ὁ Λειβαδίτης ἀποτείνεται ἀπ’ εὐθείας ἤ πλαγίως γιὰ νὰ αντλήσει δυνάμεις, νὰ ζητήσει ἐξηγήσεις, νὰ δώσει ἀναφορὲς, νὰ πραΰνει τὴ θλίψη του καὶ, ὅταν τὸ κουράγιο τοῦ ἐπιτρέπει, νὰ ζητήσει λύσεις γιὰ τὰ αἰνίγματα τοῦ κόσμου.

Η. Κ.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Ελένη Βακαλό (1921-2001) - Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Ελένη Βακαλό (1921-2001)
Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος
Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά
Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε
Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει
Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε
Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά
Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

Από τη συλλογή "Του κόσμου", 1978

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Θοδωρής Βοριάς "ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ"

 ΕΚΔΟΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ    



ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ

Βλέπεις εκείνον με το πιστόλι;
Θέλει να πεθάνει.
Ψάχνει στις τσέπες του για σφαίρες
λες και ψάχνει γι’ αναπτήρα.

Βλέπεις τον άλλον;
Βάζει το χέρι του στη μέσα τσέπη του μπουφάν
και τραβάει την καρδιά του.
Την κοιτάζει προσεχτικά στο φεγγαρόφωτο,
την παραδίδει στον αστυφύλακα
για να εξακριβώσει τα στοιχεία.

~~~~~~~

Οι «Στιγμές από το ρεπερτόριο του θανάτου» είναι η 5η μου ποιητική συλλογή. Εκεί βρίσκονται κάποιοι από τους θανάτους που συνθέτουν τη ζωή μας. Αυτοί οι θάνατοι, οι «καθημερινοί», οι πιο επώδυνοι, συνθέτουν το ρεπερτόριο που τελειώνει με τον φυσικό μας θάνατο. Είτε αναγκαστικά είτε από επιλογή μας γράφουμε κάθε τόσο τον επίλογο σε κομμάτια της ζωής μας. Τέτοια κομμάτια της ζωής έγιναν ανιλίνες και χαϊκού στις 16 σελίδες του βιβλίου που κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο τον Σεπτέμβριο του 2018.
Θοδωρής Βοριάς 
Σεπτέμβριος 2018

Το βιβλίο διατίθεται ελεύθερα, σε ψηφιακή μορφή από τις δ/νσεις:
https://www.ebooks4greeks.gr/stigmes-apo-to-repertorio-tou-thanatou

https://www.openbook.gr/stigmes-apo-to-repertorio-tou-thanatou/