* on-line.gr *

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Editorial: Το περιοδικό μας ξεκίνησε από τον Πάνο Σ. Αϊβαλή, δημοσιογράφο πριν είκοσι δυο χρόνια [1996] με μοναδικό σκοπό την παρουσίαση όλων των τάσεων της Λογοτεχνίας -ελληνικής και ξένης- με κύρια έμφαση στην ελληνική λογοτεχνία και ποίηση. [ http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Yfos/Yfos.html ]
Η Φωτό Μου
Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής - kepeme@gmail.com...............................................................................
δ/νση αλληλογραφίας: Μεσολογγίου 12 Ανατολή Νέα Μάκρη 190 05, τηλ. 22940 99125 - 6944 537571
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020

Ενός λεπτού σιγή για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

του Νίκου Βεντούρα

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος μας άφησε την 11η Αυγούστου σε ηλικία 89 ετών, δεν θέλει πολλές συστάσεις. Ένας από τους πιο εμβληματικούς Έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα, με πλούσιο συγγραφικό έργο, μελοποιημένος από μεγάλους συνθέτες, αλλά και εξαιρετικά οξύς στις δημόσιες παρεμβάσεις του, ο Χριστιανόπουλος υπήρξε γνωστός και εκτός των λογοτεχνικών κύκλων.

Ο γιος προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, Κωνσταντίνος Δημητριάδης, γεννήθηκε το 1931 στη Θεσσαλονίκη, την πόλη στην οποία μεγάλωσε, σπούδασε (κλασική φιλολογία), εργάστηκε (πάντα στο χώρο του βιβλίου), και με την οποία ταυτίστηκε.

Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, Χριστιανόπουλος, θα το δανειστεί από το «χριστιανόπουλο» του ομώνυμου τραγουδιού των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων που μεσουρανούσαν το 1950 όπου και ξεκινούσε την πορεία του στα γράμματα, και από τις οποίες πέρασε και ο ίδιος.

Ψευδώνυμο επιλεγμένο προσεκτικά ―όπως διαλέγουν τις λέξεις οι ποιητές― ως αντίστιξη στην ερωτική και ασεβή ποίηση του, η οποία καταπιάνονταν με ένα θέμα ταμπού όχι μόνο για την μεταπολεμική Ελλάδα, αλλά και για πολύ πιο «προχωρημένες» χώρες για πολλές δεκαετίες μετά.

Το 1950 που δημοσιεύει την πρώτη του συλλογή, την «Εποχή των ισχνών αγελάδων», είναι μόλις 19 ετών. Η έκδοση ενός ανοικτά ομοφυλόφιλου ποιητή είναι κάτι πρωτοφανές για τα ήθη της εποχής (οι προγενέστεροι του, όπως ο Καβάφης και ο Λαπαθιώτης μίλησαν πολύ πιο υπαινικτικά).

Ο Χριστιανόπουλος θα γράψει για τον ομοφυλόφιλο έρωτα, τη μοναξιά, το πάθος, και το κοινωνικό περιθώριο, χωρίς ποτέ να κρύψει τη φύση του, αλλά και χωρίς αυτή να περιορίζει τον ποιητικό του ορίζοντα.

Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζονταν ως «ομοφυλόφιλος ποιητής» ο οποίος «εκφράζει θέλοντας και μη ομοφυλόφιλα αισθήματα», σε αντίθεση με ποιητές που «γράφουν για τους ομοφυλόφιλους» ― στους ποιητές δηλαδή που προσαρμόζουν και περιορίζουν το έργο τους για το σχετικό κοινό.

Ο Χριστιανόπουλος ήταν αυτό που οι Αγγλοσάξωνες χαρακτηρίζουν «κατά πάντων, χωρίς διακρίσεις» (equal opportunity offender). Χαιρόταν όταν διαφορετικά ποιήματα του ενοχλούσαν «τους ομοφυλόφιλους, τους χριστιανούς, τους κομμουνιστές, τους εθνικιστές και διάφορους άλλους».

Με τον ίδιο τρόπο δεν μάσησε τα λόγια του στην κριτική και τα σχόλια που έκανε για τους ομότεχνους του και τα παρασκήνια του «συναφιού», χωρίς να αφήνει στο απυρόβλητο ούτε καταξιωμένες «ιερές αγελάδες» όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, και ο Ρίτσος.

Πέρα από τον εκρηκτικό χαρακτήρα του, οι τσουχτερές δηλώσεις του, συχνά ακριβοδίκαιες αλλά ενίοτε συνοδευόμενες από ένα τόνο κουτσομπολιού και πικρίας, συντέλεσαν στην λογοτεχνική του απομόνωση. Τελευταίο κρούσμα η δημοσίευση από τον ΙΑΝΟ του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου», με ανέκδοτες συνομιλίες του ποιητή, το οποίο προκάλεσε αντιδράσεις στο λογοτεχνικό χώρο.

Για τον ίδιο η απομάκρυνση από κάθε εξάρτηση και κάθε ψεύτικη συνάφεια ήταν θέμα αξιοπρέπειας. Θα αρνηθεί να λάβει την τιμητική «λογοτεχνική σύνταξη», θα πει όχι στο Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Γραμμάτων το 2012 («Δε θέλω ούτε τα βραβεία, ούτε τα λεφτά τους»), και θα σνομπάρει την τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε γι’ αυτόν το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου το 2005, αλλά και τη χρηματοδότηση του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Αν τα παραπάνω δίνουν την εντύπωση ενός ερημίτη εκτός των καλλιτεχνικών πραγμάτων, αυτό απέχει πολύ από την αλήθεια (με την εξαίρεση, ίσως, της τελευταίας δεκαετίας ζωής του ποιητή).

Ως ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος, λαογράφος, και μεταφραστής, ο Χριστιανόπουλος συνεργάστηκε με πάρα πολλά έντυπα, ενώ υπήρξε και ο ίδιος ιδρυτής και διευθυντής του επιδραστικότατου λογοτεχνικού περιοδικού «Διαγώνιος», και του ομώνυμου εκδοτικού οίκου, αλλά και του χώρου εκθέσεων «Μικρή Διαγώνιος».

Εκτός από το εκδοτικό, κριτικό, και ποιητικό του έργο, ο Χριστιανόπουλος υπήρξε βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου, με αρκετές μελέτες πάνω στο μουσικό αυτό είδος, αλλά και μονογραφίες για τον Τσιτσάνη. Τραγουδούσε μάλιστα και ο ίδιος, ως μέλος της κομπανίας «Η παρέα του Τσιτσάνη», με πολλές συναυλίες, αλλά και ένα διπλό δίσκο στο ενεργητικό του. Ποιήματα και στίχοι του ίδιου άλλωστε μελοποιήθηκαν, από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Διονύση Σαββόπουλο, και τον Στράτο Παγιουμτζή (και αρκετούς ακόμη).

Στα «Τραγούδια της Αμαρτίας», το δίσκο του όπου μελοποιεί Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γράψει ως υποσημείωση ότι «η αμαρτία είναι βυζαντινή και ο έρωτας αρχαίος». Ο Χριστιανόπουλος, ως ποιητής είναι και ο ίδιος βυζαντινός και αρχαίος, συνδυάζοντας με μοναδικό τρόπο τα δυο αυτά στοιχεία: τον έρωτα και την αμαρτία.

Ας τον αποχαιρετήσουμε με μερικούς από τους γνωστότερους και λιγότερο γνωστούς στίχους του:

# Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

# Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα.

# Σαν τους αριστερούς

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ αδέλφια μου
κι αυτοί κι εμείς διαρκώς κατατρεγμένοι.
Αυτοί για το ψωμί, εμείς για το κορμί.
Αυτοί για λευτεριά, εμείς για έρωτα.
Για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη.

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ αδέλφια μου
παρόλο που κι αυτοί μας κατατρέχουν.

# Η κακιά στιγμή

«Τα μάθατε; Ο τάδε το και το».
Έτσι μια μέρα θα ’ρθει κι η σειρά μας∙
μια αστοχία, μια κακιά στιγμή,
και κουρελιάζεσαι για όλη τη ζωή σου.

Θεέ μου, φύλαγε απ’ την κακιά στιγμή,
κάνε ν’ αργήσει η αναπόφευκτη στιγμή,
που η νέμεση χαρίζεται στους κουτσομπόληδες
και κάνουν γλέντι την καταστροφή μας.

# Έρωτας

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

# Η θάλασσα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

# Σχόλιο

Ένας άντρακλας μου έφερε ένα τετράδιο με στίχους τραγουδιών του.
Σε κάποιο απ’ αυτά απευθυνόταν «σ’ ένα ποιητή ομοφυλόφιλο» και του ‘λεγε πως ευχαρίστως θα του ξέσκιζε τον κώλο, αν έτσι τον βοηθούσε να γράψει ένα ποίημα. Πήρα μολύβι και σημείωσα από
κάτω: «Γελιέστε αν νομίζετε πως έτσι γράφονται τα
ποιήματα. Το ποίημα δε βγαίνει απ’ το ξέσκισμα του
κώλου, αλλά από το ξέσκισμα της ψυχής».

Πηγή: https://thepressproject.gr/enos-leptou-sigi-gia-to-ntino-christianopoulo/

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Στη μνήμη του Λουίς Σεπούλβεδα


του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Έφυγε χθες στα εβδομήντα του χρόνια, χτυπημένος από τον κορωνοϊό, ο Χιλιάνος συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, σημαντική μορφή της σύγχρονης, λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, με πολλά έργα του να έχουν μεταφραστεί και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Opera.
Γεννήθηκε στο Οβάγε της Χιλής το 1949. Ηγετική προσωπικότητα του φοιτητικού κινήματος όταν ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ήρθε στην εξουσία, φυλακίστηκε και βασανίστηκε από τη χούντα του Πινοτσέτ, που ανέτρεψε την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Συμμετείχε στον ένοπλο αγώνα των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας του Σομόζα στο πλαίσιο της Διεθνούς Ταξιαρχίας Σιμόν Μπολίβαρ. Μέχρι το απροσδόκητο τέλος της ζωής του, συνδύαζε το πληθωρικό συγγραφικό και καλλιτεχνικό του έργο με τους αγώνες του από τις γραμμές της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, των κινημάτων των ιθαγενών και της Οικολογίας.
Στη μνήμη του Λουίς Σεπούλβεδα αντιγράφουμε από τα Χρονικά του Περιθωρίου ένα σύντομο, αλληγορικό αφήγημα, θεωρώντας το εξαιρετικά επίκαιρο στη δύσκολη εποχή που ζούμε.
Ο πειρατής του Έλβα
Ένας δρόμος του Αμβούργου φέρει το όνομα του δήμαρχου Σίμον φον Ούτρεχτ, αλλά σχεδόν κανείς Αμβουργιανός δεν ξέρει ούτε ποιος ήταν ο κύριος, ούτε τι έκανε για να αξιωθεί τέτοια τιμή. Το μόνο που ξέρουν γι αυτόν είναι ότι διέταξε την εκτέλεση ενός ανθρώπου που ζει στη μνήμη των ασεβών και σε καμιά εκατοστή τραγούδια και ιστορίες που ακούγονται στα παράλια της Βόρειας Θάλασσας ή στη θαλπωρή των καφέ του Βέντελ ή του Μπλάνκενέσε.
Ο άνθρωπος αυτός (που όλοι τον θυμούνται) λεγόταν Κλάους Στέρτεμπέκερ και ήταν πειρατής – ο Πειρατής του Έλβα.
Το 1390, η Χανσεατική Λίγκα επέβαλε διά πυρός και σιδήρου την εμπορική κυριαρχία της στον Βόρειο Ατλαντικό και τη Βαλτική. Έβαλε εξωφρενικούς φόρους και διατίμησε αυθαίρετα τα αγροτικά προϊόντα και τα χειροτεχνήματα, ενώ, στα χίλια τόσα πλοία της, οι καπετάνιοι της δε δίσταζαν να στείλουν κάποιον στην κρεμάλα για το παραμικρό παράπτωμα.
Ωστόσο, κι όπως συνέβη πάντα στην Ιστορία, κάποιοι ναυτικοί με επικεφαλής τον Κλάους Στέρτεμπέκερ, έναν κοκκινοτρίχη γίγαντα με περήφανο κούτελο, είπαν όχι στην αγχόνη και το βούρδουλα, ξεσηκώθηκαν κι έφυγαν μ’ ένα καράβι που πήρε ν’ αρμενίζει υπό τη σημαία της ελευθερίας.
Το 1392, στη νήσο Γκότλαντ, οι άνδρες του Στέρτεμπέκερ υπαγόρευσαν τη Διακήρυξη των Αρχών τους σ’ έναν ιερωμένο, ο οποίος τη μετέφρασε από τα Λατινικά σε όλες τις γλώσσες που μιλιούνταν τότε στη Βόρεια Ευρώπη. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, οι άνθρωποι επιλέχθηκαν από τον Θεό για να βιώσουν την ευτυχία, και μόνο η ευτυχία παρείχε στον άνθρωπο την αναγκαία ζωτικότητα για ν’ αντέξει κάθε κακουχία. Από τότε άρχισαν να αποκαλούνται Die Vitalienbruder (Οι Ζωτικοί Αδελφοί) και να είναι ο φόβος και ο τρόμος της Λίγκας.
Σάλταραν σε καράβια με γεμάτα αμπάρια, ρωτούσαν τους ναυτικούς για τα τελευταία βασανιστήρια που είχαν υποστεί, και πολλοί καπετάνιοι και αξιωματικοί ένιωσαν στο πετσί τους τις βουρδουλιές του γάτου με τις επτά ουρές ή τον λιγοστό αέρα που επιτρέπει η θηλειά της αγχόνης. Η μισή λεία μοιραζόταν ανάμεσα στα μέλη της αδελφότητας, και η άλλη μισή, στους παραπόταμους ή παράκτιους πληθυσμούς του Έλβα και της Βαλτικής, που περίμεναν σαν ευλογία την άφιξη του Στέρτεμπέκερ και των Ζωτικών Αδελφών.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η Λίγκα επικήρυξε το κεφάλι του πειρατή, και δεκάδες Γερμανοί, Σουηδοί και Δανοί καπετάνιοι ξαμολήθηκαν στο κυνήγι του.
Σκούρα τα βρήκαν, γιατί ο Στέρτεμπέκερ γνώριζε όλα τα μυστικά του Έλβα και τους ξέφευγε εύκολα – ως τα μέσα του 1400.
Τότε, ένα ανοιξιάτικο πρωινή αυτής της χρονιάς, όλο το Αμβούργο μαζεύτηκε σ’ ένα μέρος κοντά στο Τόιφελσμπρίκε (Γεφύρι του Διαβόλου) για να παρακολουθήσει την εκτέλεση του πειρατή και καμιάς εκατοστής συντρόφων του.
Ο Σίμον φον Ούτρεχτ, ο δήμαρχος, διάβασε την απόφαση με σταθερή φωνή: θάνατος δι’ αποκεφαλισμού. Ο δήμιος σήκωσε το σπαθί, περιμένοντας το πρώτο θύμα, που έπρεπε να είναι ένας μούτσος, αφού μέρος της ποινής που είχε επιβληθεί στον Στέρτεμπέκερ ήταν να δει να πεθαίνουν ένας-ένας οι άνδρες του.
Ξαφνικά, ακούστηκε η φωνή του κοκκινοτρίχη πειρατή:
“Θέλω να’ μαι πρώτος, κυρ- δήμαρχε, αλλά θέλω να σου προτείνω και κάτι για να γίνει καλύτερο το θέαμα που έχεις οργανώσει”.
“Λέγε!” διέταξε ο Σίμον φον Ούτρεχτ.
“Θέλω να’ μαι πρώτος. Θέλω να’ μαι όρθιος σαν μου κόψει το κεφάλι, και θέλω, για κάθε βήμα που θα κάνω αφού το κεφάλι μου θα ‘χει πέσει χάμω, να χαρίσεις τη ζωή και σ’ ένα σύντροφό μου”.
“Ζήτω ο Πειρατής του Έλβα!” φώναξε ένας απ’ το πλήθος, κι ο δήμαρχος, σίγουρος ότι είχε να κάνει μ’ έναν ακόμη φανφαρονισμό, δέχτηκε.
Η κοφτερή ατσάλινη λεπίδα έσκισε τον πρωινό αέρα, μπήκε από το σβέρκο και βγήκε από το πιγούνι του πειρατή. Το κεφάλι του έπεσε στα μαδέρια της γέφυρας και, μπροστά στα κατάπληκτα βλέμματα όλων, ο αποκεφαλισμένος έκανε δώδεκα βήματα πριν σωριαστεί χάμω.
Αυτό συνέβη ένα ανοιξιάτικο πρωινό του έτους 1400. Γύρω στα εξακόσια χρόνια αργότερα, η αστυνομία του Αμβούργου συνέλαβε διάφορους νεαρούς που προσπαθούσαν για πολλοστή φορά να αλλάξουν το όνομα ενός δρόμου. Κρατούσαν μια μεγάλη γαλάζια πινακίδα με άσπρα γράμματα που έγραφαν: ¨Οδός Κλάους Στέρτεμπέκερ” και σκέπαζαν μ’ αυτήν τη μεταλλική πινακίδα που έφερε το όνομα του ουδόλως διάσημου δήμαρχου Σίμον φον Ούτρεχτ.
Τα παιδιά μου λατρεύουν αυτή την ιστορία, και ελπίζω να μπορέσω να την πω μια μέρα και στα εγγόνια μου, γιατί μπορεί η ζωή να’ ναι σύντομη και εύθραυστη, αλλά η αξιοπρέπεια και το θάρρος της χαρίζουν τη ζωτικότητα που μας βοηθά ν’ αντέξουμε τις δυσκολίες και τα δεινά μας.

ppapacon.blogspot.com


Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2020

Πέθανε ο εκδότης Σάμης Γαβριηλίδης


Ακάματος εργάτης της τυπογραφίας, στην υπηρεσία του βιβλίου, ο Σάμης Γαβριηλίδης νικήθηκε από τον καρκίνο ταξιδεύοντας για νέες πολιτείες. Ο εκδότης, που εδώ και χρόνια αποτελούσε ένα σημείο αναφοράς για τους ανθρώπους των γραμμάτων, απεβίωσε αφήνοντας πίσω του βαριά κληρονομιά.
Ο Σ. Γαβριηλίδης πρόσφατα είχε παραχωρήσει συνέντευξη στην «Εφ.Συν.» και την Κυριακή Μπεϊόγλου λέγοντας πως πρέπει να θυμόμαστε, να μη χρησιμοποιούμε το έγκλημα των ναζιστών κατά των Εβραίων, όπως δυστυχώς κάνουν οι εξουσιάζοντες όλων των αποχρώσεων και των ιδεολογιών.
Η μητέρα του, Καρολίνα Γαβριηλίδου, ήταν επιζήσασα του Αουσβιτς, του Νταχάου, του Μπέργκεν Μπέλσεν, με αριθμό στο χέρι της 40382. 
Ο Σάμης Γαβριηλίδης ξεκίνησε την πορεία του στο χώρου του βιβλίου το 1977 με τις Εκδόσεις Πλέθρον και το 1988 ιδρύθηκαν οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Σε συλλυπητήριο μήνυμα της η Εταιρεία Συγγραφέων εκφράζει «την βαθύτατη θλίψη της μαζί με όλη την οικογένεια του βιβλίου», για την απώλεια του εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη του οποίου η παρουσία «άφησε το αποτύπωμά της στα ελληνικά γράμματα. Ο φιλόξενος χώρος του Poems & Crimes έγινε τόπος συνάντησης συγγραφέων και αναγνωστών, με πολλές εκθέσεις, παρουσιάσεις και μουσικές/ ποιητικές βραδιές. Ο Σάμης υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός και θα τον θυμόμαστε πάντα με συγκίνηση», καταλήγει η ανακοίνωση εκφράζοντας θερμά συλλυπητήρια στους οικείους του.
♦ Η πολιτική κηδεία του θα γίνει το Σάββατο, στις 12:00, από το Α' Νεκροταφείο.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Πέθανε η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


Από τη βράβευσή της για το σύνολο του έργου της το 2014 
(EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ
Mια από τις σημαντικότερες σύγχρονες ποιήτριες, ευαίσθητη και ερωτική φωνή,  η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών, αφήνοντας πίσω της πλούσιο και πολυσήμαντο έργο.
Έχει τιμηθεί με σημαντικά ελληνικά και διεθνή βραβεία, όπως το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch) το 1962. Επίσης, το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 2000 με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών) και το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.
Είχε δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Darmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.ά.) Το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών). Το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.
Ένα δείγμα της ποίησής της:
Ποιητικό υστερόγραφο
Τα ποιήματα δεν μπορούν πια

να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.


Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Γονείς της οι Γιάννης Αγγελάκης και Ελένη Σταμάτη ενώ θεωρείται πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της. 
Πρώτη φορά δημοσίευσε ποίημά της στα 17 της χρόνια στο περιοδικό «Καινούργια εποχή». Ήταν η «Μοναξιά» και το έκανε με παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη.
Εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε και με τη μετάφραση. Άρθρα της για την ποίηση και τη μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. 
Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κ.ά. 
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ σπούδασε στην Αθήνα, στη Νότια Γαλλία και Ελβετία (Πανεπιστήμιο Γενεύης). Ηταν διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά).
Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Οπως έχει γράψει ο Δαυίδ Ναχμίας, από την την πρώτη της ποιητική συλλογή λειτουργεί ως «προπομπός της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (της λεγόμενης γενιάς της αμφισβήτησης)». Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ποιητικής της είναι η «σωματικότητα των αισθημάτων και η κατάφαση στη μοναξιά ως του βαθύτερου γνωρίσματος της ύπαρξης», ενώ στα πιο πρόσφατα έργα της η έμφαση δίνεται στις αυτοβιογραφικές αναφορές και σε έναν εσωτερικό διάλογο με τον θάνατο.
Η ίδια αναφέρει στην ποιητική συλλογή της «Με άλλο βλέμμα» (Καστανιώτης, 2018): «Με άλλο βλέμμα προσπαθώ να δω τώρα τη ζωή μου, που δε στηρίζεται πια στην ιδέα του μέλλοντος αλλά συγκεντρώνεται στο τώρα, και μ’ αυτή την οπτική γωνία γδύνω το παρελθόν από τα φανταστικά παραμύθια που με βοηθούσαν τότε να ζήσω και προσπαθώ να βρω την ουσία της ζωής πριν το τέλος της δικής μου.
Ο θάνατος είναι πάντα ο κυρίαρχος εχθρός, αλλά ως προσωπική εμπειρία μόνο στη φαντασία ζει. Ο άνθρωπος του δίνει σημασία ιστορική και τον συλλαμβάνει σαν την αρχή μιας καινούριας ζωής. Τώρα η ιδέα του θανάτου αδιάφορη μ’ αφήνει, αν και παγώνει με αυτή το σώμα. Τώρα μόνο η επιβίωση είναι η ιδέα που με κατέχει...»


Ανάμεσα στα έργα της που έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη: «Των αντιθέτων διάλογοι και με τον ανήλεο χρόνο» (2018) «Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι» (2016), « Η ανορεξία της ύπαρξης» (2011), «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα» (2005),  «Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος» (2003), « Η ύλη μόνη» (2001). Από τις εκδόσεις Κέδρος: «Άδεια φύση» (1993), «Επίλογος αέρας» (1990), «Οι μνηστήρες» (1988), κ.ά.

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

«Φελίτσε και Λίλυ – Ένας άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους» στον Πολυχώρο Vault


Από την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21.15 επί σκηνής του θεάτρου Vault θα παρουσιάζεται η παράσταση του έργου της Ελένης Καρασαββίδου «Φελίτσε και Λίλυ: Ένας άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους», ένα σύγχρονο έργο που βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία αγάπης. Βερολίνο 1942. Δυο γυναίκες συναντιούνται. Μια Εβραία και μια Γερμανίδα, παντρεμένη με αξιωματικό των Ναζί. Έχει τέσσερα αγόρια. Έχει τιμηθεί από τον Φύρερ γιατί έφερε στη ζωή τέσσερις μελλοντικούς στρατιώτες. «Που θα μάθουν να σκοτώνουν χωρίς πρόβλημα, αγόρια στην ηλικία τους».
Δυο γυναίκες συναντιούνται και μια μεγάλη αγάπη γεννιέται. Σ’ ένα Βερολίνο όπου έξω έπεφταν οι βόμβες βροχή και μέσα οι άνθρωποι χόρευαν και ερωτεύονταν απελπισμένα. «Οι βόμβες βόμβες και η ρούμπα ρούμπα». Μνήμες, επιστολές, ανατροπές στη σκιά του φασισμού που εξαφανίζει ανθρώπινες ζωές, στο όνομα του «πολιτισμού». 
Όλη η ζωή της Γερμανίδας Ναζί, της Λίλυ, οι 18 μήνες που έζησε με την Εβραία Φελίτσε. Και συνεχίζει να ζει μαζί της όλη την υπόλοιπη ζωή της. Με τις αναμνήσεις της, τις ενοχές της, στην αέναη προσπάθεια να κατανοήσει αυτό το τεράστιο και αναπάντητο «γιατί;» Γιατί κάποιοι αποφασίζουν για τις ζωές μας; Γιατί μας επιβάλλουν πώς και με ποιους θα συνυπάρξουμε; Ποιος έχει ορίσει πώς θα ζουν οι γυναίκες, οι φυλές, όλοι όσοι έχουν άλλες επιλογές ζωής, οι διαφορετικοί; Και ποιος βάζει μέτρο σύγκρισης για διαρκή ρατσιστικό διαχωρισμό; Ποιος και γιατί αποφασίζει για το μέλλον των παιδιών, των χωρών, των πολιτισμών; 
Μια παράσταση που ξυπνά συναισθήματα και γεννά σκέψεις, με αφορμή μια αληθινή ιστορία αγάπης που γεννιέται σε ένα τραυματικό ιστορικό πλαίσιο… την ιστορία της Φελίτσε και της Λίλυ.
Σκηνοθετικό Σημείωμα: 

Μια Γερμανίδα παντρεμένη με αξιωματικό των Ναζί και μια Εβραία συναντιούνται στο Βερολίνο του 1942 και μια μεγάλη αγάπη γεννιέται στη σκιά του ναζισμού και μιας πόλης που βομβαρδίζεται στο όνομα του «πολιτισμού και της τάξης». Σε μια σκοτεινή εποχή, όπου Εβραίοι, ομοφυλόφιλοι, διαφορετικοί, άνθρωποι με αναπηρία δολοφονούνταν, περιουσίες καταστρέφονταν, παιδιά σκοτώνονταν γιατί είχαν την ατυχία να γεννηθούν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σ’ αυτό τον τόπο.

Μια αληθινή ιστορία που ενέπνευσε την Ελένη Καρασαββίδου, ερευνώντας την μέσα από το βιβλίο της Erica Fischer, την ταινία Aimee and Jaguar αλλά και την επικίνδυνη άνοδο της ναζιστικής απειλής και των ρατσιστικών επιθέσεων παγκοσμίως. Επιθέσεις εναντίον γυναικών, ομοφυλόφιλων, ανθρώπων με αναπηρία, ανθρώπων με κάθε είδους ιδιαιτερότητα. Η άρρωστη μανία για εξουσία και κέρδος κάποιων, διαμορφώνει συνειδήσεις εκπαιδεύοντας ανθρώπους να σκοτώνουν συνανθρώπους τους, να ασκούν κάθε μορφής βία χωρίς να σκέφτονται πως αύριο θα έρθει και η δική τους σειρά. Διαστρεβλώνουν την αλήθεια φανατίζοντας, χειραγωγώντας. Ένας «θαυμαστός καινούριος κόσμος», που αποφασίζει ποιος θα επιζήσει και ποιος όχι, ποια χώρα θα επιβιώσει και ποια θα ισοπεδωθεί, ποια κουλτούρα και ποια γλώσσα θα επικρατήσουν. Ένας παραλογισμός χωρίς τέλος. Που ακόμα και σήμερα, γιορτάζουμε θλιβερές επετείους και δημιουργούμε αλλού, σε άλλα σημεία του πλανήτη που καταστρέφουμε, άλλες οδυνηρές επετείους.
Και η ιστορία συνεχίζεται και θα συνεχίζεται όσο η παιδεία, η ιστορία, τα ΜΜΕ, κατευθύνουν συνειδήσεις και διαπράττουν εγκλήματα καθημερινά, από την κλιματική αλλαγή, τους πυρηνικούς εξοπλισμούς, την καταστροφή ιστορικών πολιτισμών και άρα της συλλογικής μνήμης, τις μαζικές καταστροφές χωρών και τη δολοφονία παιδιών. 
Μια παράσταση αγάπης, μνήμης, ενοχής.


Κατερίνα Πολυχρονοπούλου



Κείμενο: Ελένη Καρασαββίδου
Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία: Κατερίνα Πολυχρονοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Αγγελίνα Παγώνη
Μουσική-Σχεδιασμός ήχου: Μαρία Βουμβάκη
Χορογραφίες – Κινησιολογία: Αναστασία Γεωργαλά
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριάνθη Κολιάκη
Σχεδιασμός φωτισμών: Κατερίνα Πολυχρονοπούλου – Θοδωρής Μαργαρίτης
Φωτογραφίες: Αγγελίνα Παγώνη
Γραφιστική επιμέλεια: Γιώτα Παρασκευά
Trailer: Στέφανος Κοσμίδης
Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας
Παραγωγή: ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ – VAULT
Ερμηνεύουν: (αλφαβητικά)
Δήμητρα Βαμβακάρη
Δήμητρα Σύρου
Έλενα Τυρέα

Παραστάσεις από 4/12/2019: Τετάρτη και Πέμπτη στις 21.15.
Διάρκεια: 80′ (χωρίς διάλειμμα)
Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος: 13 ευρώ, Φοιτητές / Σπουδαστές / Κάτοχοι Κάρτας Πολυτέκνων / ΑμΕΑ / Κάτοχοι Κάρτας Ανεργίας (ΟΑΕΔ): 10 ευρώ
Προπώληση viva: 12 ευρώ

Πολυχώρος VAULT THEATRE PLUS
Διεύθυνση: Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός (Πλησιέστερος σταθμός μετρό: Κεραμεικός – 8′ περίπου με τα πόδια)
Πληροφορίες – Κρατήσεις: 213 0356472 / 6949534889 (11:00 – 14:00 και 17:00 – 21:00)

Πηγή: https://tetragwno.gr/

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

«Έφυγε» ο μεγάλος Νάνος Βαλαωρίτης

Μεγάλη απώλεια για τον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών ο χαμός του σπουδαίου διανοούμενου Νάνου Βαλαωρίτη, ο οποίος άφησε σήμερα σε ηλικία 98 ετών την τελευταία του πνοή.
Ο συγγραφέας, ποιητής και ζωγράφος από το 1939 μέχρι το τέλος της ζωής του έγραφε, σχεδίαζε, συμμετείχε με παρεμβάσεις του στο δημόσιο λόγο για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και τον κόσμο. 
Γεννημένος στη Λωζάννη, γιος του διπλωμάτη Κωνσταντίνου Βαλαωρίτη και δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, έζησε όλα τα μεγάλα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά ρεύματα του αιώνα.
Με το έργο του και τη σκέψη του σημάδεψε την ελληνική λογοτεχνία, με την ευγένεια και το χιούμορ του όσους τον γνώρισαν. Ο ίδιος γνώρισε σημαντικούς διανοούμενους, όπως τους Τ.Σ. Ελιοτ, Ντίλαν Τόμας, Γ.Χ Οντεν, Αντρέ Μπρετόν.

Μία πορεία - φαινόμενο

Ο Βαλαωρίτης σε ηλικία 24 ετών δραπέτευσε από την γερμανοκρατούμενη Ελλάδα μέσω του Αιγαίου στην Τουρκία, από εκεί στη Μέση Ανατολή και τελικά στην Αίγυπτο όπου συναντάει τον Σεφέρη ο οποίος υπηρετούσε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ως γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Κάιρο. 
Με τη στήριξη του Έλληνα νομπελίτσα έγινε ο σύνδεσμος στην ανάπτυξη του λογοτεχνικού δεσμού μεταξύ των δύο χωρών. Εκτός από τη μελέτη αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου έκανε μεταφράσεις Ελλήνων μοντερνιστών ποιητών, μεταξύ των οποίων του Ελύτη και του Εμπειρίκου.
Στο Παρίσι από το 1954 μέχρι το 1960 συμμετείχε στην ομάδα των σουρεαλιστών. Εκεί γνώρισε την μελλοντική σύζυγό του, την Αμερικανίδα Μαρί Γουίλσον, που πέθανε πριν δύο χρόνια. 
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1960 για να αυτοεξοριστεί το 1968 λόγω της Χούντας. Από τότε και έως το 1993 δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο στις ΗΠΑ.
Το 1983 βραβεύτηκε με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Μερικές γυναίκες», ενώ είχε αρνηθεί ανάλογη βράβευση το 1958. Το 1976 είχε επίσης αρνηθεί την πρόταση να γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το Δεκέμβριο του 2009 του απονεμήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολo του έργου του.

«Ποιος είμαι όταν δεν είμαι εκεί ο άνθρωπος που είμαι»*

Είμαι ο Αρθούρος όχι ο Ρεμπώ

Αλλά ο καλός γιατρός Αρθούρος
Από τη Βοστώνη – είμαι ο Βασιλιάς
Αρθούρος – ο Αρθούρος των Λιμνών
Σύζυγος της Γενοβέφας – της ωραίας
Παράξενης που τον απατούσε με τον
Ιππότη Λάνσελοτ – θα ’μουν και
πολλοί άλλοι Αρθούροι – αλλά
ανεπιθύμητοι αστοί όπως ο Άρθουρ Μίλερ
ή ο Άρθουρ Σάιμον – ο αισθητικός
είμαι γενικώς υπέρ της αφθονίας –
Να τα’ χει όλα ο λαός κι οι πλούσιοι λίγα
(ποιος σήμερα τολμάει να λέει τέτοια)
θα ’μουν ένας που κουρνιάζει με τα
περιστέρια παρόλο που είμαι Τσαλαπετεινός

*Αθήνα, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Πυροβολώντας τους ποιητές


Της Ελένης Καρασαββίδου

Στα μέσα του 1927 η λογοτεχνική Μαδρίτη παραδινόταν σ’ έναν άγνωστο 29χρονο δραματουργό κι ένα πρωτόλειο έργο. Το έργο «Μαριάνα Πινέδα» μιλούσε για μια ιστορική γυναικεία μορφή που την κρέμασαν οι φασίστες στην πόρτα της γιατί παρά τις προσπάθειες εξαγοράς της δεν έπαψε στιγμή να τους εναντιώνεται.

Ο συγγραφέας του, εν αντιθέσει, πίστευε ότι η ποίηση θα απέτρεπε κάθε εναντίον του κακό. «Είμαι ποιητής και κανείς δεν πυροβολεί τους ποιητές», είναι μία από τις διάσημες φράσεις του. Στην πραγματικότητα, ο νεαρός Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα είχε λιγότερο από δέκα χρόνια ζωής... Γιατί τον Αύγουστο του 1936 οι φασίστες τον σκότωσαν στα χωράφια της «μακρινής και μόνης» Γρανάδα.

Μέσα από την πένα του, ο Λόρκα είχε πραγματώσει γενναιόψυχα τη σκοτεινή μήτρα-φύση που αποζητούσε. Και το βλέμμα του ανθρώπου που μένει μόνος μες στην ερημιά του ακολουθώντας τη βασική του επιλογή: Να κοιτά μα και να βλέπει. Και να μη σιωπά.

Τώρα που οι ακροδεξιοί ξεσαλώνουν στο σύνολο του πλανήτη αλλά και τοπικά νομιμοποιούμενοι ως στελέχη της «μελλοντικής κυβέρνησης», τώρα που το σκοτάδι επιστρέφει με θόρυβο (μέσα από την εξουσιαστική χειραγώγηση υμών των λίγων; την ευκολία υμών και ημών των πολλών και τις υπεραπλουστεύσεις ημών των διαφορετικών) είναι καλό να θυμόμαστε τον γεννημένο αρχές Ιούνη του 1898 Λόρκα…

Ο Τόμας Μαν, προσπαθώντας να εξηγήσει το είδος του ανθρώπου που, λίγα χρόνια αργότερα και με την επικράτηση του φασισμού, έκλαιγε όταν άκουγε Μπαχ αλλά γελούσε όταν σκότωνε παιδιά, μίλησε για την πλάνη του γερμανικού αστισμού. Για την πλάνη όσων θεωρούσαν πως η κουλτούρα (όσων ξέρουν άριστα αγγλικά π.χ.) αρκούν για να γίνουν οι άνθρωποι ανθρώπινοι.

Δεν αρκούν δίχως πολιτική συνείδηση, τόνισε. Δεν αρκούν δίχως τη συνείδηση του πολίτη. Δηλαδή του ανθρώπου που δεν αποστρέφει μάτια κι ευθύνες από τo σπαρασσόμενο σύνολο, που δεν κλείνει τ’ αυτιά στις κραυγές του «Αλλου». Αφού θεωρεί ότι κάθε ερώτηση που η πραγματικότητα του θέτει, είναι μία ερώτηση προσωπική, που αφορά τον ίδιο όταν κοιτάζεται μονάχος στον καθρέπτη.

Ο Λόρκα έζησε μπροστά σ’ αυτόν τον καθρέφτη ξέροντας πως μια έγγραφη φωνή δεν μπορεί παρά ν’ ανήκει στους δίχως φωνή διωκόμενους όλου του κόσμου. Εκείνον τον Αύγουστο του 1936 θα μάθαινε ίσως πως ο χειρότερος εχθρός για τους επικρατούντες δεν μπορεί παρά να είναι όχι όσοι απλά γράφουν, παρά όσοι ζουν ποιητικά.

Δηλαδή, όσοι αναλίσκονται σε μια μάταιη μα ελπιδοφόρα προσπάθεια ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Είχε πια μάθει πως γι’ αυτό πυροβολούν τους ποιητές....

Πηγή: https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/199782_pyrobolontas-toys-poiites?fbclid=IwAR14BYSvz2fD5qQ_1wWnu3HQEUPPrP3wz6FkwlyvD_43G0oSEf0fGO5YISk