* on-line.gr *

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Editorial: Το περιοδικό μας ξεκίνησε από τον Πάνο Σ. Αϊβαλή, δημοσιογράφο πριν είκοσι χρόνια [1996] με μοναδικό σκοπό την παρουσίαση όλων των τάσεων της Λογοτεχνίας -ελληνικής και ξένης- με κύρια έμφαση στην ελληνική λογοτεχνία και ποίηση. [ http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Yfos/Yfos.html ]
Η Φωτό Μου
Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής - kepeme@gmail.com...............................................................................
δ/νση αλληλογραφίας: Μεσολογγίου 12 Ανατολή Νέα Μάκρη 190 05, τηλ. 22940 99125 - 6944 537571 και 210 8656.731
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Μυρσίνη Ζορμπά Πολιτισμική δημοκρατία: όπισθεν ολοταχώς!

Της Μικέλας Χαρτουλάρη *
ΜΥΡΣΙΝΗ ΖΟΡΜΠΑ











«Η επανενεργοποίηση των Ιδρυμάτων Πολιτισμού, που ανήγγειλε ο υπουργός Πάνος Παναγιωτόπουλος, είναι σπατάλη σε βάρος όχι μόνο του πτωχευμένου ταμείου της χώρας αλλά και του συμβολικού της κύρους».

Από τους ελάχιστους ερευνητές στα ζητήματα της πολιτισμικής πολιτικής, ψυχή και πρώτη διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (1994-1999), πρώην ευρωβουλευτίνα του σημιτικού ΠΑΣΟΚ, η Μυρσίνη Ζορμπά, που συνεργάστηκε με τρεις υπουργούς, δεν μασάει τα λόγια της. Ποτέ στις πολιτικές αποφάσεις δεν υπήρχε χώρος για τη σύγχρονη κουλτούρα, σχολιάζει, και πάντα στη διαχείριση του πολιτισμού επικρατούσε τελικά ο τυχοδιωκτισμός. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά, διότι η κουλτούρα, που τη θεωρούσαμε απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας, πρωταγωνιστεί στις αλλαγές. Ηδη κάτω από το τραπέζι αναδιαρθρώνεται το πολιτιστικό τοπίο, ενώ ακυρώνεται το κοινωνικό κράτος. Οι ελίτ αναδιατάσσονται, οι πολιτισμικές ιεραρχίες γεννούν κοινωνικές ιεραρχίες και πλέον απειλείται η πολιτιστική βιοποικιλότητα. Σήμερα χρειαζόμαστε επειγόντως ένα άλλο παράδειγμα δημόσιας πολιτισμικής πολιτικής.
Με αυτές τις σκέψεις και με βαθιά πείρα, η Ζορμπά άρχισε εδώ και έξι χρόνια να γράφει το τρίτο βιβλίο της, που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες, με τίτλο Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (εκδ. Πατάκη). Οι ρομαντικοί θα άξιζε να ξεκινήσουν από τις σελίδες 219-385 για να παρακολουθήσουν μέσα από μια συναρπαστική συνθετική (ιστορική-κοινωνιολογική-ανθρωπολογική-οικονομική) αφήγηση το παραμύθι της (ήττας τής) δημόσιας πολιτικής για την κουλτούρα στην Ελλάδα από το 1950 έως το 2006. Οι πιο ρεαλιστές ας ξεκινήσουν κανονικά, από τα παραδείγματα στο εξωτερικό και από την εξέλιξη του διεθνούς προβληματισμού στη θεωρητική ανάλυση και στην πολιτική διαχείριση της κυβερνητικής παρέμβασης στον πολιτισμό (politics and policy), για να συνειδητοποιήσουν ποια είναι τα κρίσιμα διλήμματα στην Ελλάδα. Και κυρίως το πού πηγαίνουμε, σε σχέση με το μεγάλο διακύβευμα: τη σχέση Κουλτούρας και Δημοκρατίας. Με αυτή την αφορμή δόθηκε και τούτη η πρώτη συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών.

• Ασχολείστε εδώ και 20 χρόνια με την πολιτισμική πολιτική. Ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο νέος δεκάλογος του πολιτισμού;

Εννοιες-κλειδιά όπως η κουλτούρα (που ψηλαφά επίμονα και αναδιατάσσει τα υλικά του πολιτισμού), η κοινωνικο-πολιτισμική ανάλυση (που κάνει τομές, αναδεικνύοντας τις συνιστώσες του πεδίου), οι πολιτισμικοί πόροι (συχνά αφανείς και υποτιμημένοι), η πολιτισμική δημοκρατία (ριζοσπαστικά απαιτητική σε σχέση με τον απλό εκδημοκρατισμό), ο εκπολιτισμός (μια καταστροφική σταυροφορία υπέρ του ιδιοτελώς υπερτιμημένου πολιτισμού των σταυροφόρων), η πολιτισμική πολιτική με την ευρεία έννοια (που αγκαλιάζει όχι μόνο την κληρονομιά, τις τέχνες και τα γράμματα, αλλά τις στάσεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές), οι ανισότητες και διακρίσεις (που διαχωρίζουν, κατατάσσουν και οδηγούν στον αποκλεισμό), τα πολιτισμικά δικαιώματα (όλων χωρίς εξαιρέσεις), το συμβολικό κεφάλαιο (το πολύτιμο κεφάλαιο κάθε ατόμου, κοινότητας, χώρας), οι πολιτιστικές πρακτικές (όσα πράττουμε, ομολογημένα κι ανομολόγητα, αντιφατικά, υψιπετή ή κιτς), η αειφόρος πολιτιστική ανάπτυξη (ένα μεγάλο ζητούμενο), η πολιτιστική βιοποικιλότητα (αφήστε όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν).

• Σε μια εποχή σταδιακής κατάργησης του κοινωνικού κράτους, μήπως το τέλος της δημόσιας πολιτικής του πολιτισμού είναι αναπόφευκτο;

Είναι αναπόφευκτο το τέλος της όπως τη γνωρίζαμε ώς τώρα (συγκεντρωτική, από τα πάνω, με τη στενή έννοια της κληρονομιάς των τεχνών και των γραμμάτων, πατρωνία). Αλλά έχει κεντρικό ρόλο στον ανοιχτό ορίζοντα του στρατηγικού σχεδιασμού και των πολιτικών προτεραιοτήτων της χώρας. Είναι αναντικατάστατη όσον αφορά τη ρύθμιση και την εγγύηση των δημοκρατικών κανόνων με τους οποίους θα πρέπει να λειτουργήσουν οι δημόσιοι και οι ιδιωτικοί οργανισμοί στο πεδίο της δημόσιας κουλτούρας, όσο και τα δίκτυα, αλλά είναι απαραίτητη και για την εξυπηρέτηση των πρωτογενών πολιτισμικών αναγκών (π.χ. καλλιτεχνική παιδεία).

Αμυντική εμμονή στην εθνική ταυτότητα

• Υποστηρίζετε πως είναι αναγκαία η διεύρυνση της πολιτισμικής δημοκρατίας. Ωστόσο, όπως έλεγε ο Μπουρντιέ, οι κοινωνικές ανισότητες πάντα θα αναπαράγονται μέσω του πολιτισμικού συμβολικού κεφαλαίου…

Ο Μπουρντιέ μάς αποκάλυψε τον τερατώδη μηχανισμό της Διάκρισης που κρυβόταν πίσω από το συμβολικό κεφάλαιο και που την αναπαρήγε σαν να ήταν φυσική κατάσταση. Μετά την αποκάλυψη και τον κοφτερό σαν ξυράφι προβληματισμό με τον οποίο μας εφοδίασε, είμαστε σε θέση να απομυθοποιήσουμε σε κάθε περίπτωση αυτήν την κοινωνική κατασκευή και να αναζητήσουμε τους τρόπους που θα μειώσουν τις ανισότητες και τις διακρίσεις.

• Πιστεύετε πως η δραστηριοποίηση μεγάλων οικονομικών ομίλων στον χώρο του πολιτισμού μέσω ιδρυμάτων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (Νιάρχου, Ωνάση, Μποδοσάκη κ.ά.) απειλεί την πολιτισμική δημοκρατία;

Τα μεγάλα ιδιωτικά ιδρύματα προσήλθαν στο πεδίο με φιλόδοξα προγράμματα, οικονομική ισχύ και ανεξαρτησία από το κράτος. Είναι οι νέοι πρωταγωνιστές στην περίοδο της κρίσης. Αναζωογονούν την κουλτούρα σε μια στιγμή που το κράτος αδρανεί και αποσύρεται. Ωστόσο, οι δρώντες στο πολιτιστικό πεδίο είναι πολλοί, παλιοί και νέοι, ο καθείς με την ιδιαιτερότητα και τις στοχεύσεις του. Η πολιτισμική δημοκρατία θα κινδυνεύει να απομακρύνεται ως στόχος, στον βαθμό που η βιοποικιλότητα θα περιορίζεται ή οι κανόνες θα είναι αδιαφανείς, στον βαθμό που θα επικρατήσουν μονοπωλιακές τάσεις στην αγορά των πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Η προσέγγιση ή, αντίθετα, η απομάκρυνση από την πολιτισμική δημοκρατία θα είναι το αποτέλεσμα συσχετισμών, συμπράξεων, δικτύων, συναρμογών και φυσικά -πολύ σημαντικό- πολιτικών αποφάσεων.

• Πώς θα μπορούσε μια αριστερή κυβέρνηση να προχωρήσει σε μια αναδιανομή που πολιτισμικού κεφαλαίου προς όφελος της ισότητας, του πλουραλισμού, της διαφορετικότητας;

Εάν αντιμετωπίσει το πεδίο των κοινωνικο-πολιτισμικών πόρων με ριζοσπαστικό ρεαλισμό. Χωρίς έργα βιτρίνας, με ενίσχυση της κοινοτικής κουλτούρας, με μέτρα υπέρ της ετερότητας, με θετικές διακρίσεις, με προτεραιότητα στις λεγόμενες υποβαθμισμένες περιοχές, ενισχύοντας την κουλτούρα της καθημερινής ζωής με βιβλιοθήκες και κέντρα πολιτισμού, με δίκαιη κατανομή των πόρων και με προτεραιότητα στον σύγχρονο πολιτισμό.

• Ποια χαρακτηριστικά θα όφειλε να διαθέτει ένα σύγχρονο σχέδιο αξιοποίησης της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς;

Τον επανακαθορισμό του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας και των συντελεστών του, την αξιοποίηση των σύγχρονων πολιτισμικών πόρων, τη συγκρότηση σημείων αναφοράς της σύγχρονης ελληνικής κουλτούρας και την υιοθέτηση της κληρονομιάς από αυτά. Πρέπει να υπάρξει ανατροπή. Οταν το Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού (ΕΙΠ) είναι πιο αρχαίο (και κακογερασμένο) από την Ακρόπολη, πώς να την αξιοποιήσει;

• Γιατί ανέκαθεν απουσίαζε μια στρατηγική για τον σύγχρονο πολιτισμό, από την όποια κυβερνητική πολιτική;

Γιατί στην Ελλάδα δεν θεσπίστηκαν ποτέ Πολιτιστικές Σπουδές;

• Μπορεί άραγε από την κουλτούρα να προκύψει προστιθέμενη αξία για την κοινωνία, την παιδεία ή την οικονομία;

Η προστιθέμενη αξία βρίσκεται μέσα στην κουλτούρα του καθενός μας, όσο ταπεινός ή ασήμαντος κι αν φαίνεται. Παράγουμε, επικοινωνούμε, συμμετέχουμε, δημιουργούμε ως άτομα και συλλογικά. Δεν υπάρχει κάτι πέρα από μας που να είναι πολιτισμός. Εμείς νοηματοδοτούμε τον πολιτισμό μας, κι αυτή η πρωταρχική προστιθέμενη αξία για την κοινωνία και την παιδεία, που είναι υπόθεση όλων μας, έρχεται στη συνέχεια να τροφοδοτήσει την οικονομία.

• Η Ελλάδα έχει αναγνωρίσιμη πολιτισμική κληρονομιά και υπολογίσιμο πολιτισμικό κεφάλαιο, ωστόσο όταν πάει να τα αξιοποιήσει, δεν αποκομίζει τα αναμενόμενα οφέλη. Γιατί;

Απουσιάζει η σωστή εκτίμηση, η στάθμιση παρόντος-παρελθόντος, ο σχεδιασμός, η στρατηγική γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος και των κανόνων παραγωγής και ανταγωνισμού, ενώ επικρατεί ο ρητορικός μεγαλοϊδεατισμός και τυχοδιωκτισμός. Το πολιτικό συντηρητικό δέος απέναντι στην κληρονομιά γεννάει ατολμία, προγονοπληξία και παγιδεύει σε μια στείρα, αμυντική εμμονή στην εθνική ταυτότητα.

• Ο πολιτισμός χρηματοδοτήθηκε με 1,7 δισ. ευρώ το διάστημα 1994-2006 –ποσό πρωτοφανές για το ελληνικό ΥΠΠΟ– από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης. Αξιοποιήθηκαν ή διασπαθίστηκαν αυτά τα χρήματα;

Σίγουρα δεν έφεραν πολιτιστική ανάπτυξη, αποκέντρωση, δεν διαμόρφωσαν δημιουργική παραγωγή, δεν ανέδειξαν μια νέα κουλτούρα. Η συντήρηση και διατήρηση της κληρονομιάς δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Οπως αυτοσκοπός δεν μπορούσε να είναι και το φαραωνικό Μέγαρο Μουσικής, που είδαμε πού κατέληξε και πόσο μας στοίχισε, ακόμη και πρόσφατα.

• Πώς βλέπετε τους νέους τρόπους χρηματοδότησης των πολιτιστικών δραστηριοτήτων με crowd funding κ.ά.; Μήπως αυτή είναι η λύση;

Είναι σαν να με ρωτάτε αν αγοράζω λαχεία. Μου αρέσουν οι καινοτομίες, η επινοητικότητα, η ενεργοποίηση των νέων δημιουργών και των δικτύων, αλλά όχι ο φονικός ανταγωνισμός, το εμπόριο ελπίδας και η εξαπάτηση. Οι καινούργιοι τρόποι χρηματοδότησης δεν είναι πανάκεια όταν λείπει η πολιτική ευθύνη, ο σχεδιασμός, οι κανόνες στον δημόσιο χώρο. Υπάρχουν κάποιες προτάσεις που μπορούν να χρηματοδοτηθούν με τον τρόπο αυτό. Ομως, πολύ περισσότερες για να το πετύχουν θα πρέπει να μεταλλαχθούν σε εύπεπτα διαφημιστικά σλόγκαν, θυσιάζοντας το νόημά τους.

• Στην Ελλάδα της πολυεπίπεδης κρίσης ποιες θα έπρεπε να είναι οι προτεραιότητες μιας πολιτισμικής πολιτικής;

Προτεραιότητα είναι η ίδια η άμεση χάραξη πολιτισμικής πολιτικής, η οποία έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης και οδού Μπουμπουλίνας. Χρειάζεται επειγόντως να ανοίξει διάλογος, στον οποίο θα κληθούν όλοι οι δρώντες, χωρίς αποκλεισμούς, να συζητήσουν ανοιχτά τον νέο ρόλο του κράτους κάτω από τις σημερινές συνθήκες, τους κανόνες και το πλαίσιο, τις στρατηγικές και τους στόχους. Είναι επείγουσα η γενναία επαναξιολόγηση του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας, ώστε να προκύψει ένα παραγωγικό δημιουργικό σχέδιο για τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Η αναδιάρθρωση του πολιτισμικού πεδίου συντελείται σήμερα αδιαφανώς, κάτω από το τραπέζι. Η πολιτική ευθύνη είναι μεγάλη.

• Ποιος υπήρξε ο καλύτερος υπουργός Πολιτισμού μετά το 1974;
Ο Θάνος Μικρούτσικος.
Βιωμένη κουλτούρα και αποκλεισμός
• Τη δεκαετία του ’60, γράφετε, η πολιτικοποιημένη κουλτούρα αποτέλεσε ένα φυτώριο πολιτιστικής δημοκρατίας. Μήπως σήμερα ανατέλλουν παρόμοια φαινόμενα;
Στις μέρες μας ζούμε σε ένα ευρύ, ανοιχτό περιβάλλον μέσα στο οποίο η πολιτικοποιημένη κουλτούρα δύσκολα μπορεί να αποκτήσει ηγεμονικό διαπαιδαγωγητικό ρόλο όπως άλλοτε. Ισως μόνο η ακραία αυταρχική, επιθετική και αυτιστική κουλτούρα μπορεί να το πετύχει, όπως είναι αυτή της Χρυσής Αυγής. Από την άλλη πλευρά, η έκρηξη των καλλιτεχνικών ομάδων, τα νέα βιβλιοπωλεία, τα μουσικά σχήματα, οι τεχνολογικές δυνατότητες, τα νεανικά περιοδικά, η street art, ακόμη και η εξαιρετική γραφιστική ευφυΐα αφισών για μικρά και μεγάλα γεγονότα στην πόλη προσφέρουν ένα περιβάλλον πλουραλιστικής δημοκρατικής βιωμένης κουλτούρας. Ωστόσο, θεωρώ ότι η κρίση και ο μετεωρισμός του κράτους σε σχέση με τον νέο ρυθμιστικό ρόλο του, έχουν μεγεθύνει τους κινδύνους που απειλούν την πολιτιστική βιοποικιλότητα και τη συνοχή, ανοίγοντας την πόρτα στον πολιτιστικό αποκλεισμό των πιο ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού.

• Τι σας κάνει αισιόδοξη και τι απαισιόδοξη;
Οπως είναι φυσικό, η πολιτισμική πραγματικότητα που διαμορφώνεται με κάνει απαισιόδοξη. Εχει χαθεί το αίσθημα ασφάλειας που δημιουργούσαν τα σταθερά σημεία αναφοράς της κοινωνικής μας ζωής. Οι ταυτότητες των μεσαίων στρωμάτων έχουν υποστεί ισχυρό κλονισμό, οι στάσεις ζωής και οι πεποιθήσεις υπονομεύτηκαν βαθιά. Τα ποσοστά ανεργίας, οι άστεγοι και τα συσσίτια, τα στρατόπεδα προσφύγων, η καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η απειλή του ναζισμού δημιουργούν έναν διάχυτο φόβο επιστροφής στη βαρβαρότητα. Το βασικό μεταπολεμικό συμβόλαιο του κράτους πρόνοιας, παρακλάδι του οποίου υπήρξε η πολιτισμική πολιτική, ακυρώθηκε. Είναι δύσκολο να το δεχτεί κάποιος και να αναλύσει τη νέα ρευστή πραγματικότητα έτσι που να προκύπτει ένα σχέδιο διαχείρισης. Παρά ταύτα, αυτή είναι η πρόκληση και πρέπει να την αντιμετωπίσουμε.
* Η σχέση Κουλτούρας και Δημοκρατίας απασχολούσε τη Μυρσίνη Ζορμπά απ’ όταν μελετούσε τον Γκράμσι για το μεταπτυχιακό της στην Ιταλία μέχρι τότε που συνεργαζόταν με τους υπουργούς Πολιτισμού, Μικρούτσικο, Βενιζέλο, Γερουλάνο ή θήτευε στην Ευρωβουλή, και από τα μεταπολιτευτικά χρόνια που ενέπνεε τις εκδόσεις Οδυσσέας (1973-1992) μέχρι τα τελευταία δέκα νεοφιλελεύθερα χρόνια που δίνει νόημα στην έννοια του «στρατηγικού εθελοντή», προεδρεύοντας στο Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού

……………………………………………………………..

Οι διανοούμενοι είναι τυφλωμένοι
ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗΗ συμβολή των διανοουμένων –καλλιτεχνών, συγγραφέων, επιστημόνων– στην πολιτισμική διαχείριση παραμένει ένα ζητούμενο. Η Μυρσίνη Ζορμπά θυμίζει στο βιβλίο της πως η Μελίνα Μερκούρη δεν ζήτησε ποτέ τη βοήθειά τους στο έργο της, διότι τους μεμφόταν πως ταύτιζαν τον εκδημοκρατισμό της κουλτούρας με τον λαϊκισμό.

«Αντιδρούσαν» -σχολιάζει- «όπως και τώρα αντιδρούν (αλλά με μάχες οπισθοφυλακής πια) στη δημοκρατική διάσταση της κουλτούρας, που η Μελίνα επεδίωκε μέσα από ένα είδος εκδημοκρατισμού. Αυτός όμως ήταν ο ένας λόγος της απόστασής της από τους διανοούμενους, μολονότι οι επιχορηγήσεις έριχναν αρκετές γέφυρες προς κάθε κατεύθυνση κατευνάζοντας τις αντιδράσεις. Ο άλλος λόγος ήταν ότι η Μελίνα, όπως κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, επιζητούσαν οι ίδιοι για λογαριασμό τους την αδιαμεσολάβητη σχέση με το λαό».
Η Ζορμπά είναι πολύ κριτική και προς τον αριστοκρατικό, λέει, ρόλο του διαφωτιστή, που παραδοσιακά διεκδικούν οι διανοούμενοι. «Τα φώτα του διαφωτισμού τυφλώνουν, δυστυχώς, όχι μόνο συντηρητικούς αλλά και προοδευτικούς διανοούμενους», εξηγεί. «Δυσκολεύονται να δουν τη σημασία της βιωμένης κουλτούρας και εγκλωβίζονται στο πυραμιδικό σχήμα υψηλής τέχνης – μαζικής κουλτούρας. Μετατρέπονται σε φύλακες του πολιτισμού με Π κεφαλαίο –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό (τέχνη, αξίες, αισθητική)– στον οποίο θεωρούν ότι πρέπει να προσχωρήσουν όσοι θέλουν να λάβουν το χρίσμα του «πολιτισμένου». Ομως η κουλτούρα της καθημερινής ζωής στις μητροπόλεις, οι πολιτιστικές πρακτικές, οι αναδυόμενες κουλτούρες των νέων βρίσκονται σήμερα στο κέντρο του πολιτισμού μας και απαιτούν πολιτισμική διαχείριση με μια νέα απροκατάληπτη ματιά και πολιτιστικό ρεαλισμό. Οποιος δεν το καταλαβαίνει, παραδίνεται στο σκοτεινό αδιέξοδο του πολιτιστικού πεσιμισμού».

07/03/14 - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ  "ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ"

Δεν υπάρχουν σχόλια: