* on-line.gr *

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Editorial: Το περιοδικό μας ξεκίνησε από τον Πάνο Σ. Αϊβαλή, δημοσιογράφο πριν είκοσι δυο χρόνια [1996] με μοναδικό σκοπό την παρουσίαση όλων των τάσεων της Λογοτεχνίας -ελληνικής και ξένης- με κύρια έμφαση στην ελληνική λογοτεχνία και ποίηση. [ http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Yfos/Yfos.html ]
Η Φωτό Μου
Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής - kepeme@gmail.com...............................................................................
δ/νση αλληλογραφίας: Μεσολογγίου 12 Ανατολή Νέα Μάκρη 190 05, τηλ. 22940 99125 - 6944 537571
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Powered By Blogger

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Έντονη διαμαρτυρία του συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη για τις υποψηφιότητες του «Διαβάζω»

«Δικαιούμαι να υψώσω τη φωνή μου»


                                                                                         Eurokinissi

        Ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης

Αθήνα:
Έντονη διαφωνία για τις υποψηφιότητες των λογοτεχνικών βραβείων που ανακοίνωσε τη Δευτέρα το περιοδικό «Διαβάζω» εξέφρασε ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι συστηματικά αδικείται «από το συνάφι, το συνηθισμένο να αυτογλείφεται και να αυτοσυστήνεται ως αρμόδιο να επιτηρεί την 'ποιότητα' κατά το δοκούν».
Με επιστολή του δηλώνει ότι παραιτείται από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων, την οποία αποκαλεί «εταιρεία-φάντασμα», ενώ προσθέτει ότι δεν έχει τίποτα με τους συναδέλφους του, τους οποίους τιμά απεριόριστα.

Στην επιστολή αναφέρει:
«Αγαπητοί φίλοι, βλέποντας τη 'βραχεία' λίστα των υποψήφιων λογοτεχνών για τα βραβεία -πρωτίστως ηθικά- του περιοδικού 'Διαβάζω', νομίζω πως ύστερα από τόσα χρόνια παρουσίας μου στο χώρο, δικαιούμαι να υψώσω τη φωνή μου. Πιστεύω ότι συστηματικά αδικούμαι από το σινάφι, το συνηθισμένο να αυτογλείφεται και να αυτοσυστήνεται ως αρμόδιο να επιτηρεί την 'ποιότητα' κατά το δοκούν.
» Δεν έχω τίποτα με τους αγαπητούς συγγραφείς-συναδέλφους, τους οποίους τιμώ απεριόριστα. Με τη συντεχνιακή νοοτροπία αγανακτώ και με την προκατάληψη σε βάρος μου.
» Με την επιστολή αυτή θέλω να δηλώσω ότι παραιτούμαι από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων, αρνούμενος να έχω -επιπλέον- πρόεδρο και μπάστακα τον κ. Αλέξη Ζήρα, αενάως επιτροπολόγο και τα γνωστά.
» Έτσι κι αλλιώς η Εταιρεία είναι μια Εταιρεία-Φάντασμα που δεν με αφορά από τη στιγμή που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα συγγραφικά μου συμφέροντα - ως συγγραφέα εν ενεργεία κι όχι "εξαρτημένου" από τα γλυκόλογα της "παρέας"».
                                                                   Γιάννης Ξανθούλης
Newsroom ΔΟΛ  http://www.in.gr/

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Τα θεμέλια του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στην Ολλανδία*



Της Κωνσταντίνας Ρίτσου**



Το άγαλμα του Γιαν ντε Βιτ στο Ντόρντρεχτ (καθιστός). Πλάι του στέκεται ο αδελφός του Κορνέλις. Μαζί στον αγώνα για τον διαφωτισμό και στον θάνατο. Το φως του ήλιου δίνει παράξενο, αιμάτινο χρώμα στον Γιαν ντε Βιτ. Της θυσίας αίματα... Της Κωνσταντίνας Ρίτσου
Είκοσι χρόνια φωτισμένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και κοινωνικής ασφάλειας τον 16ο αιώνα. Είναι μετά το 1600 μ.Χ. που η Ολλανδία άρχισε να βγαίνει από μια τραγωδία. Το τριακονταετή πόλεμο με την Ισπανία. Μετά από καταπίεση ξένου τυράννου και μαθημένοι ήδη να κυβερνώνται με συμμετοχή και αντιπροσώπευση αποζητούν ελευθερίες.
Όμως ο ολλανδικός λαός μόλις είχε νικήσει μιαν αυτοκρατορία, που κυριαρχούσε στους Ωκεανούς, και που ο Κολόμβος της χάρισε τον Ατλαντικό σαν να ʼτανε δική της λίμνη. Μια αυτοκρατορία με υπέροχες, πανέμορφες πόλεις: Μαδρίτη, Τολέδο, Βαγιαδολίδ, Γρανάδα. Η Ισπανία, η μεγάλη Κυρία του Νέου Κόσμου.
Από την άλλη μεριά ο αντάρτης που της αντιστάθηκε. Η Ολλανδία, μια μικρή χώρα που φτιάχτηκε από τον Ωκεανό, κυβερνημένη από εμπόρους και τεχνίτες που όμως δεν θεωρούσαν καμιά θυσία αρκετή προκειμένου να ζήσουν ελεύθεροι.
Μόλις η τυραννία απομακρύνθηκε, η μικρή χώρα άρχιζε να πλουτίζει. Βιοτεχνία, κτηνοτροφία, αλιεία να απλώνεται ταχύτατα στις θάλασσες. Το εμπόριό της έφθασε γρήγορα έως την αμερικανική ήπειρο και τη Νότια Ασία. Το 1602 ιδρύεται στο Άμστερνταμ η πανίσχυρη Εταιρεία των Ινδιών. Οι Ολλανδοί αποκαλούνται «δρομείς των θαλασσών».
«Οι κάτοικοι της Ολλανδίας», έγραφε λόγιος της εποχής, «καμαρώνουν σαν εμπορικοί αφέντες όλων των χωρών. Η Νορβηγία είναι το δάσος τους. Τα ποτάμια Ρήνος, Γκαρόν και Ντορντόν τα αμπέλια του κρασιού τους. Η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιρλανδία τα βοσκοτόπια τους. Η Πρωσία και η Πολωνία οι σιτοβολώνες τους. Η Ινδία και η Αραβία οι κήποι τους»...
Μόλις έφυγαν οι Ισπανοί, άρχισε η δημοκρατική κυριαρχία μιας ομοσπονδίας πολιτειών. Πρώτα το Άμστερνταμ, το «μεγάλο ρολόι της Ολλανδίας». Η Χάγη, το Ντόρντρεχτ, το Ρότερνταμ, το Λέιντεν, το Χάρλεμ. Πανέμορφα τοπία που τα ομορφαίνανε ακόμα πιο πολύ τα πολυάριθμα κανάλια.
Και μέσα στον πλούτο, την ομορφιά και την ελευθερία της δημοκρατίας άρχισαν και άλλα να ανθίζουνε. Οι τέχνες. Οι επιστήμες. Ξεκίνησε ο Χρυσός Αιώνας της Ολλανδίας, που 70 χρόνια μετά έφθασε σε πλήρη άνθηση, αλλά και πτώση..
Ζωγράφοι. Πόττερ, Ρίσνταελ, Νέτσερ και τόσοι άλλοι. Και πάνω απʼ όλους ένας θρόνος. Για τον Ρέμπραντ. Επιστήμες, φιλοσοφία, ποίηση. Χίγκενς, Κατς, Σπινόζα. Ο μεγάλος γιατρός Τουλπ. Για να θυμηθούμε και τον περίφημο πίνακα του Ρέμπραντ «Η ανατομία του καθηγητή Τουλπ”. Ο σοφός Γκρότιους που έθεσε τα θεμέλια μιας νομοθεσίας βασισμένης στα ανθρώπινα δικαιώματα και που ο ίδιος στερήθηκε τα δικά του λόγω των εκκαθαρίσεων του πρίγκιπα Μωρίς. Ο Σπινόζα, ο μελετητής των φυσικών νόμων. Και ο ντε Καρτ, που τη διάλεξε για χώρα του. Για να σκεφτεί και να δημιουργήσει. «Cognito ergo sum», «Σκέφτομαι άρα υπάρχω».
Οι ελληνιστικές και λατινικές σπουδές παντού. Στα πανεπιστήμια της Ουτρέχτης, του Λέιντεν, ελληνιστικά και λατινικά σχολεία στο Άμστερνταμ και στο Ντόρντρεχτ. Οι λογοτεχνικές και φιλοσοφικές συναθροίσεις είχαν γίνει δραστήριοι κύκλοι της καθημερινής ζωής. Για άνδρες και γυναίκες.
Η ισότητα και η ελευθερία, χαρακτηριστικά της Δημοκρατίας, είχαν ήδη κυριαρχήσει στις συνειδήσεις. Δημιουργήθηκε ομοσπονδία επτά επαρχιών με ισχυρότερη την Ολλανδία που έλεγχε το 70% της οικονομίας. Οι αστοί των πόλεων εξέλεγαν τους αντιπροσώπους, τους βουλευτές τους. Και αυτοί αντιπροσώπευαν την πόλη και στην κεντρική βουλή στη Χάγη, το Μπίνενχοφ.
Ο Οίκος της Οράγγης, ωστόσο, έκανε στις αρχές του 17ου αιώνα δυο πραξικοπήματα για να μετατρέψει το πολίτευμα σε μοναρχία. Το πρώτο, του πρίγκιπα Μωρίς πέτυχε και αποκεφάλισε τον τότε πρόεδρο της Ολλανδίας Ολντενμπάρνεβελντ. Μετά τον θάνατο του Μωρίς επανήλθε η Δημοκρατία ώσπου καταλύθηκε από πραξικόπημα του Γουλιέλμου Β' που όμως απέτυχε μπροστά στην αντίσταση των αστών του Άμστερνταμ το 1652.
Από τότε αρχίζουν 20 χρόνια φωτισμένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αρχιτέκτονας αυτής της χρυσής εποχής ήταν ο τέσσερις φορές εκλεγμένος πρόεδρος της Ολλανδίας Γιαν ντε Βιτ. Μεγάλος νομικός και από τους καλύτερους μαθηματικούς της εποχής του, ασχολήθηκε για πρώτη φορά με τη δημιουργία κρατικά οργανωμένης κοινωνικής ασφάλισης. Γιʼ αυτό και σήμερα μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία της Ολλανδίας διαφημίζεται ως η «πρώτη ασφαλιστική».
Η αριστουργηματική αυτή μαθηματική - κοινωνική εργασία έχει τίτλο «Η αξία των ετήσιων επιδομάτων ζωής συγκρινόμενη με τους όρους εξαγοράς». Στην πραγματικότητα ως εργασία ολοκληρώθηκε πλήρως και εκδόθηκε το 1671. Θεωρείται ως η θεμελίωση της κοινωνικής ασφάλισης. Ακόμα τη συμβουλεύονται οι σύγχρονες ασφαλιστικές εταιρείες.
Έτσι, μέσα στην ολλανδική δημοκρατία και τις έξι επαρχίες τις ενωμένες μαζί της, δημιουργήθηκε ένα δομημένο κοινωνικό σύστημα, μοναδικό για την τότε Ευρώπη. Όταν στις άλλες χώρες οι φτωχοί, οι απόμαχοι της ζωής και τα ορφανά πέθαιναν στα ρείθρα των δρόμων, εκεί αναπτύχθηκε κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια για ασθένεια και σύνταξη. Ένα πρωτοποριακό έργο για την ανθρωπότητα και τις γενιές που ακολούθησαν.
Οι οίκοι ευγηρίας για τους απόμαχους της ζωής, από ναυτικούς έως γριές ανύπαντρες υπηρέτριες, σώζονται ακόμα και σήμερα, περιποιημένα δωματιάκια που βλέπουν σε όμορφους κήπους, σήμερα μουσεία. Τα νοσοκομεία αποτελούσαν πρότυπο. Ο πρίγκιπας Κόζιμος των Μεδίκων, που επισκέφθηκε το ψυχιατρείο του Άμστερνταμ, διακήρυττε τον ενθουσιασμό του για την πολιτισμένη ατμόσφαιρα. Τα ψυχιατρεία αλλού ήταν θλιβερά άσυλα.
Ο πρεσβευτής μιας εχθρικής τότε στην Ολλανδία χώρας, της Αγγλίας, Ουίλιαμ Τεμπλ, ένθερμος θαυμαστής του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης του Γιαν ντε Βιτ, μας άφησε αναλυτικές πληροφορίες στο έργο του «Ο τέλειος Ολλανδός».
Σημειωτέον ότι η κοινωνική ασφάλιση έφυγε από τον έλεγχο της Εκκλησίας και δεν αποτελούσε πια ελεημοσύνη. Επιτροπές αστών έλεγχαν και τα ιδρύματα της Εκκλησίας. Ακόμη η ισχύ, της Εκκλησίας είχε περιοριστεί στη χώρα προς χάριν της ελευθερίας συνείδησης. Ωστόσο η Εκκλησία δεν τα συγχώρησε αυτά στον Γιαν ντε Βιτ και τους δημοκράτες οπαδούς του, το «Κόμμα της Αληθινής Ελευθερίας», όπως λέγονταν.
Τότε ακόμα άρχισαν οι εργαζόμενοι σε εταιρείες, όπως αυτή των Ανατολικών Ινδιών, να γίνονται μέτοχοι στις εργασίες τους. Εισήχθησαν δε και οι μετοχές και το Χρηματιστήριο.
Άρχισε να διαμορφώνεται η νοοτροπία ενός φωτισμένου αστού - πολίτη που δεν ήθελε να πεινά και να υποφέρει ο διπλανός του, αντιλαμβανόμενος πως το να υποφέρουν οι γύρω θα είχε επίπτωση σε αυτόν, και την αναγκαιότητα ενός κράτους πρόνοιας και δικαίου που θα προστατεύει και τον πιο αδύναμο.
Όμως το πρότυπο αυτό πολεμήθηκε άγρια. Τα είκοσι χρόνια διακυβέρνησης του προέδρου ντε Βιτ σπαράσσονταν από πολέμους κυρίως με την Αγγλία. Ο οίκος της Οράγγης παραμόνευε σε κάθε ευκαιρία. Το 1672 επιτίθενται μαζί η Αγγλία , η Γαλλία και η Γερμανία. Ο Γιαν ντε Βιτ, για να αποφύγει εμφύλιο, παραιτείται υπέρ του πρίγκιπα Γουλιέλμου του Γ' της Οράγγης. Εξυφαίνεται μια απαίσια συνωμοσία εναντίον αυτού και του αδελφού του Κορνέλις ντε Βιτ και την 20η Αυγούστου 1672, με μια οργανωμένη εξέγερση, λυντσάρονται με φρικτό τρόπο από έναν όχλο που έφθασε έως τον κανιβαλισμό.
Όμως ο σπόρος του διαφωτισμού είχε πέσει. Το ποτάμι της Αναγέννησης δεν γυρνούσε πίσω. Ο διαφωτισμός συνέχισε στη γειτονική Γαλλία. Στην Ολλανδία όπου αναπτύχθηκε το «κίνημα των πατριωτών», με όλες τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Υποστήριξε θερμά και την Αμερικάνικη Επανάσταση με διακηρύξεις σαν του Τζέφφερσον για «αναφαίρετα δικαιώματα στην ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας». Καταπνίγηκε από τον πρωσικό στρατό που εισέβαλε στο Άμστερνταμ. Ο Αμερικανός πρόεδρος Άνταμς δέχθηκε τότε τους Ολλανδούς πρόσφυγες γιατί η Γαλλία ήταν ακόμη μοναρχία. Ωστόσο σύντομα φάνηκε το αποτέλεσμα του Γαλλικού Διαφωτισμού και η ανθρωπότητα συγκλονίστηκε. Όπως μας λέει ο μεγάλος Ουγκώ «μάτωσε ναι, αλλά βάδισε».
Σήμερα στο Ρότερνταμ, έξω από μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία, υπάρχει ένα άγαλμα του Γιαν ντε Βιτ. Λίγοι Ολλανδοί θυμούνται γιατί.
Όμως στη συνείδηση των λαών υπάρχει και ένα άλλο είδος μνήμης. Ο ολλανδικός λαός, για να πει πως κάποιος είναι παλικάρι λέει «ένας νέος των ντε Βιτ». Το καλύτερο ίσως μνημόσυνο για τους ξεχασμένους πρωτοπόρους του ολλανδικού Διαφωτισμού. Σε μιαν εποχή μάλιστα πισωγυρίσματος όπου και τα κεκτημένα παλιών αιώνων είναι παγκόσμια υπό κατεδάφιση…

* εφημ. "Η ΑΥΓΗ"  ημερ. δημοσίευσης: 11/04/2010


** Είναι γιατρός κυτταρολόγος και  συγγραφέας
Ακόμα είναι αριστούχος απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Πειραϊκού Συνδέσμου με μεγάλη εμπειρία στο Θέατρο σαν ηθοποιός, μεταφραστής, σκηνοθέτης.
Έχει ασχοληθεί κυρίως με Σαίξπηρ και Ελληνικές Τραγωδίες. Έχει σκηνοθετήσει Ίωνα, Ιππόλυτο, Άλκηστη του Ευριπίδη, «Μορφές αρχάιας τραγωδίας» (σύνθεση πάνω στην Ορέστεια και την Ηλέκτρα του Σοφοκλή), «Αναζητώντας τον Ουίλιαμ» (σύνθεση και μετάφραση έργων του Σαίξπηρ), «Καβαλάρηδες της Θάλασσας» του Συνγκ, «Μίλα μου σαν τη Βροχή» του Τ. Ουίλιαμς, «Πανηγύρι» του Κοκτώ, τις «Αγνοούμενες» της Ρεζά ντε Βετ και άλλα.
Σε αυτά συμμετείχε και ως ηθοποιός και έχει δικό της θεατράκι στην Κυψέλη, το «Atelier Πάρνηθος 29». Εκεί ανέβασε το «Πέρασμα» της μεγάλης Νοτιοαφρικανής δραματουργού Ρεζα ντε Βετ (σκηνοθεσία Βασίλη Αναστασίου) καθώς και τις «Αγνοούμενες» σε σκηνοθεσία δική της.
Τα δυο έργα της ντε Βετ, Αγνοούμενες και Πέρασμα, εκδόθηκαν σε μετάφρασή της από τις εκδόσεις Ηριδανός.

*** Το περιοδικό "ΥΦΟΣ" την περσινή χρονιά πραγματοποίησε στο θεατράκι στην Κυψέλη, το «Atelier Πάρνηθος 29» ποιητικές βραδιές και είχαμε την χαρά να απολαύσουμε ποιήματα με την θαυμάσια φωνή της εκλεκτής φίλης μας Ντίνας Ρίτσου. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το νέο βιβλίο της.
                                                                            Πόπη Βερνάρδου

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Το περιοδικό «Ευθύνη» του Κώστα Τσιρόπουλου ανέστειλε τη λειτουργία του

Ενας ναός του Λόγου και της Τέχνης έκλεισε ύστερα από μια σταθερή πορεία πολλών χρόνων (1961-1966, και από το 1972 έως πρόσφατα) στην υπηρεσία του ελληνικού πολιτισμού και της πανάρχαιης γλώσσας μας.

Ο Κώστας Ε. Τσιρόπουλος (γεννημένος το 1930, βραβευμένος από το «Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη» και με το μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας) πάλεψε επί δεκαετίες, σαν εργάτης σε ορυχείο ουρανίου, να ανασύρει στο φως, από τα πλούσια κοιτάσματα του ελληνικού Λόγου, πνευματικούς θησαυρούς και να τους αποσυμβολίσει, να τους καταστήσει προσιτούς στον ανήσυχο αναγνώστη που δεν επαναπαύεται στα τηλεοπτικά σκουπίδια μιας υποκουλτούρας παγκόσμιας που ευνοεί τη βία, το έγκλημα, την απανθρωποποίηση. Διατήρησε τα πνεύματα και τους τόνους μέχρι το τελευταίο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού με τον σαφή τίτλο «Ευθύνη».
Ομως η εμμονή του με το πολυτονικό δεν ήταν σχολαστικισμός, δεν είχε σχέση με νοσταλγικές ωραιοποιήσεις του παρελθόντος, δεν υπάκουε στην «αισιοδοξία της ανάμνησης» (για να θυμηθούμε την «Ψυχολογία» του Ε. Π. Παπανούτσου). Η μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας καταβαραθρώθηκε βάναυσα με το μονοτονικό σύστημα. Αρχίσαμε να μιλάμε άχρωμα και μονότονα, να γράφουμε σε «γκρίκλις» (greeklish, σαν φτυσιά ακούγεται και σαν εμετός). Η νέα γενιά -με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις- μιλάει ανετότερα τη διεθνοποιημένη, αφυδατωμένη αγγλική γλώσσα (που δεν έχει βεβαίως καμία σχέση με το πλούσιο και λεπταίσθητο γλωσσικό όργανο του Σαίξπηρ), παρά τη δική μας λαγαρή ελληνική λαλιά. Παρακολούθησα πρόσφατα στην Αρχαία Ολυμπία την απονομή των βραβείων (και των επαίνων) σ' έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό μεταξύ μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου από την κατακαημένη, πυρπολημένη Ηλεία (που πήρε να πρασινίζει) και αναθάρρησα. Σκέφτηκα ότι τίποτα δεν έχει χαθεί τελειωτικά. Η υγιής ρίζα του ελληνικού πολιτισμού αντιστέκεται. Τα κλαδιά μόνο κάηκαν σε επαναλαμβανόμενες απόπειρες εμπρησμού.
Το κλείσιμο του έντυπου περιοδικού του είναι μια βαριά απώλεια για τα ελληνικά Γράμματα. Μια τίμια, ειλικρινής, πνευματική φωνή σίγησε προσωρινώς. Υπάρχει πάντα το καταφύγιο του Διαδικτύου. Διαλέγω από την ιστοσελίδα του περιοδικού «Ευθύνη» (www. eythini.wordpress.com) ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από άρθρο με τίτλο «Το διεφθαρμένο μάτι»: Εισερχόμαστε στη ζωή, ανοίγοντας τα μάτια μας στον κόσμο. Με τα μάτια πρωτογνωρίζουμε τα πάντα: τους γονείς μας, τους φίλους και τους αγαπημένους μας, όλα τα πράγματα του περίγυρού μας, με αυτά προσλαμβάνουμε τα μυστήρια της Δημιουργίας όλης. Και όσα δεν κατορθώνει να διακρίνει το γυμνό μάτι, οπλίζεται με όργανα κι εφευρίσκει ο άνθρωπος τρόπους για να τα ιδεί, έστω και «δι' εσόπτρου». Μέσα από το μάτι του σώματος διανοίγεται ένα άλλο μάτι, του πνεύματος το μάτι, με το οποίο ο άνθρωπος προσλαμβάνει τις υπέρτερες πραγματικότητες, της ομορφιάς, της ευγένειας, της ψυχής τις άυλες πραγματικότητες. Κι ενώ η σημερινή κοινωνία τρέφει με τις πολύμορφες πραγματικότητές της -και υπερτρέφει- την υλική μας όραση, αφήνει ν' ατροφεί η πνευματική μας όραση, αυτή που μας αποκαλύπτει το ανεκλάλητο μυστήριο του υπάρχειν κάθε ανθρώπου. Και του εαυτού μας.

Κωνσταντίνος Μπούρας

* * * * * ** * * * *
Την τελευταία μέρα της χρονιάς που μας πέρασε, έκλεισαν ένας ιστορικός εκδοτικός οίκος και ένα ιστορικό λογοτεχνικό περιοδικό: οι «Εκδόσεις των Φίλων» και η «Ευθύνη». Στεγάζονταν και τα δύο σ' ένα μικρό βιβλιοπωλείο στη στοά της οδού Πανεπιστημίου 10, όπου κάποτε βρισκόταν και το στέκι των φαγάδων της διανόησης, ο περιβόητος «Απότσος».
Ηταν ένας προαναγγελθείς θάνατος. Είχε γίνει γνωστός από το τεύχος 453 του Σεπτεμβρίου 2009: «Η "Ευθύνη", ύστερα από 37 συναπτά έτη αδιάλειπτης κατά μήνα παρουσίας της, αποφάσισε να περατώσει τον βίο της με το τεύχος τού προσεχούς Δεκεμβρίου 2009. "Οι καιροί ου μενετοί" και οι δυσχέρειες που έχουν ανακύψει δεν είναι πλέον δυνατό να υπερνικηθούν.
Με τις εκδόσεις της και τις παράλληλες κατά καιρούς εκδηλώσεις που οργάνωσε, φανέρωσε και αδιάκοπα επαναλάμβανε πως δεν αποτελεί, με καμία μορφή, κερδοσκοπική επιχείρηση. Πως οι στόχοι της υπήρξαν, αμετάκλητα, σαφώς πνευματικοί και ελληνοκεντρικοί. Και φρονεί πως οι φίλοι της, τόσα χρόνια, έχουν απόλυτα βεβαιωθεί για τον αφιλοκερδή, μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα του έργου της».
Το περιοδικό «Ευθύνη» πρωτοκυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1961, με τον υπότιτλο «Φυλλάδιο προβληματισμού της νεότητας». Ιδρυτής του, ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Κώστας Ε. Τσιρόπουλος -τιμημένος με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας-, ο οποίος, από το πρώτο τεύχος, στηρίχτηκε στις υπογραφές των Τ. Κ. Παπατσώνη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργου Θεοτοκά, Γιώργου Θέμελη, Αντρέα Καραντώνη, Νίκου Καρούζου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Σπύρου Πλασκοβίτη.
Δύο χρόνια μετά, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1963, μέσα από τις σελίδες της «Ευθύνης» ανακοινώθηκε η ίδρυση των «Εκδόσεων των Φίλων», με εκδότη τον Αντώνη Τσακίρη. Η επιλογή του τίτλου δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού θα πλαισιωνόταν από φίλους της διανόησης και της λογοτεχνίας και θα απευθυνόταν σε εκλεκτικούς φίλους της ανάγνωσης. Η εκδοτική αρχή έγινε με βιβλία των Γκράχαμ Γκριν, Ζακ ντε Λακρετέλ, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Παντελή Πρεβελάκη, Ουίλιαμ Φόκνερ, Μιγέλ ντε Ουναμούνο.
Οι εκδόσεις τα χρόνια που θα ακολουθήσουν, θα επικεντρωθούν στο δοκίμιο, συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του έργου των Αγγελου Τερζάκη, Κωνσταντίνου Τσάτσου, Αιμίλιου Χουρμούζιου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Χρήστου Μαλεβίτση. Τεράστια είναι η συνεισφορά της σειράς «Ισπανική Βιβλιοθήκη», με έργα των Λόρκα, Ματσάδο, Αγίας Τερέζα της Αβιλα, Μολίνα, Μπαρόχα, Ιωάννη του Σταυρού.
Λίγους μήνες πριν από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, το 1966, η «Ευθύνη» θα διακόψει την κυκλοφορία της, κλείνοντας μ' ένα κείμενο που είχε τον, παραπάνω από εύγλωττο, τίτλο «Το σκότος». Με την κατάργηση της λογοκρισίας, το 1972, το περιοδικό επανακυκλοφορεί, με την παρότρυνση του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Εδώ να σημειώσουμε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της χούντας τα γραφεία του περιοδικού και του εκδοτικού οίκου παρακολουθούνταν από την Ασφάλεια.
Από το 1974 και μετά, εμφανίζονται και οι εκδόσεις της «Ευθύνης». Η σειρά των σαράντα «Τετραδίων», με μελετήματα αφιερωμένα σε μεγάλες προσωπικότητες του νέου Ελληνισμού (Βενιζέλος, Τρικούπης, Καποδίστριας, Παπατσώνης, Ρίτσος, Ελύτης, Παπαδίτσας κ.ά.). Οι εκατό τίτλοι της σειράς «Αστρολάβος». Οι σειρές «Μικρός» και «Μεγάλος Αστρολάβος», «Κείμενα της Μεθορίου», «Ursa Minor», «Παρακείμενα» και «Συγκείμενα».
                             Βασίλης Κ. Καλαμαράς

* εφημ. "Ε"  - Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Ο φίλος μας, Αντρέας Παγουλάτος

Ο απρόσμενος θάνατος του διανοητή Αντρέα Παγουλάτου γέμισε με θλίψη τον πνευματικό κόσμο αυτού του τόπου, ποιητές, λογοτέχνες, εικαστικούς, μουσικούς, τραγουδιστές και κινηματογραφιστές.

Προσωπικά με γέμισε και με οργή. Οργή και θυμό, διότι στους χαλεπούς καιρούς αποθέωσης της ιδιώτευσης και των κούφιων ιδανικών, είναι τουλάχιστον άδικο να χάνονται τόσο άδοξα προσωπικότητες τέτοιου διαμετρήματος. Η πόρπη της εσάρπας που έπνιξε την Ισιδώρα Ντάνκαν και η σαμπρέλα του τροχού που έσκασε στα μούτρα του Αλμπέρ Καμί, για τον Αντρέα ήταν ένα δωμάτιο της Εντατικής, όπου διακομίστηκε με οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο την Κυριακή 21 Μαρτίου 2010. Τι τραγικό την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης να φεύγει από τη ζωή ένας αυθεντικός ποιητής. Αυτός που στα παριζιάνικα αμφιθέατρα του '70 έπαιζε κυνηγητό με τον Λόρενς Φερλινγκέτι και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, που εκστασιαζόταν ισότιμα με τους Grateful Dead και τον Σπήλιο Μεντή και που εγκαινίαζε την ιδιότυπη ποιητική τεχνοτροπία του, γνωστή μέχρι σήμερα με τον όρο «γλωσσοκεντρική ποίηση».
Ολα αυτά προτού επιστρέψει στη χώρα του και μαζί με τον ζωγράφο Γιώργο Λαζόγκα αρχικά και τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη μετέπειτα εκδώσουν, αντιστοίχως, τα περιοδικά «Χνάρια», «Συντέλεια» και «Νέα Συντέλεια». Τον γνώρισα στο Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας και τον παρακολούθησα για μία δεκαετία να στηρίζει με ένα απίστευτο πάθος τους νέους φερέλπιδες καλλιτέχνες. Συμφώνως και με τον επιστήθιο φίλο του, τον σκηνοθέτη-ποιητή Λευτέρη Ξανθόπουλο, ο Παγουλάτος ήταν η προσωποποίηση της ανιδιοτέλειας.
Ολοι εμείς που είχαμε την τύχη να τον ζήσουμε από κοντά, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, οι φίλοι του, οι άνθρωποί του, ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ο Κώστας Κρεμμύδας, η Μαρία Κοκκίνου, η Χρύσα Προκοπάκη, ο Γιώργος Χρονάς, η Αλίντα και ο Σωτήρης Δημητρίου, ο Λάκης Παπαστάθης, ο Δημήτρης Σπύρου, η Μαρία Λαγγουρέλη, η Εύα Κοταμανίδου, ο Ηλίας Βαμβακούσης και πολλοί - πολλοί ακόμη που ξεχνάω τώρα, ταυτιζόμαστε με την ιδέα της Νένας Βενετσάνου για την ίδρυση του Συλλόγου Φίλων Αντρέα Παγουλάτου, με σκοπό τη διάσωση του σημαντικότατου αρχείου του και κυρίως τη διατήρηση και διάδοση του έργου του και του απαράμιλλου ήθους του.
 Ή, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Θάνος Μικρούτσικος, για να λειτουργήσουν οι στίχοι του στις επόμενες γενιές ως αρχαιολογικά ευρήματα για τη γνώση της εποχής μας. Μου φαίνεται αδιανόητο πως δεν θα ξαναείμαστε μαζί στις Ποιητικές Ανιχνεύσεις του Nosotros, στην καρδιά των Εξαρχείων, να παρουσιάζουμε ποιητές εναλλάξ με μουσικούς.
Ο νους αδυνατεί να συλλάβει πως η ρηξικέλευθη «Νέα Συντέλεια» χάνει τον έναν από τους δύο γονείς της, η «Οδός Πανός» τα σπάνια κείμενά του για τον Ρίτσο και τον Καβάφη, ο «Μανδραγόρας» και η «Ουτοπία» ένα δικό τους μέλος με την πιο προωθημένη σκέψη - συνδυασμό επιστήμης, φιλοσοφίας και καλλιτεχνικής δράσης σε καθημερινή βάση.
Η φράση «ουδείς αναντικατάστατος» δεν αρμόζει στον ποιητή που αποχαιρετήσαμε πριν από λίγες μέρες στο Κοιμητήριο Περιστερίου. Ο Αντρέας Παγουλάτος είναι αναντικατάστατος. Το «Πέραμά» του ας γίνει Πέρασμα για τον Κάτω Κόσμο του Φωτός, του Ωραίου, του Μεγάλου και του Αληθινού, όλων αυτών για τα οποία αγωνίστηκε στη σύντομη 63χρονη ζωή του.

                                          Αντώνης Μποσκοΐτης

* Βιβλιοθήκη, εφ. "Ε"  Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Υπό την βασιλικήν δρυν

 ΔΙΗΓΗΜΑ

                                      ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ

Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…
Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.
Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.
Επόθουν, αλλ΄ η συνοδία των οικείων μου, μεθ΄ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186… , καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί· – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.
Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.
Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.
Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν… και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.
Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ΄αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος· εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.
Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν… Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων…είτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.
Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχομαι την ράχιν του βουνού… διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.
Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κι εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν΄ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν΄ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.
Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ΄ οδόν. Πλην παρ΄ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υποζυγίων· ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.
Πάραυτα εξετράπην της οδού, κι έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον πού, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ΄έπειθον να κατέλθω μετ΄αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδίον.
Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κι εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ΄ ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ΄ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.
Καθώς την είδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχομαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας… Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.
Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ΄ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνάς της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου….
Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.
Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.
Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»
Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»
Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:
-Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…
Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.
Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….
Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…
Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κι επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.
Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.
Όταν την ηρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:
-Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε…μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.

(1901)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Ο ΜΑΓΟΣ, ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΤΟΥ του ΝΙΚΟΛΑΣ ΦΛΑΜΕΛ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ


THE MAGICIAN, THE SECRETS
OF THE IMMORTAL NICHOLAS FLAMEL
 του ΜΑΪΚΛ ΣΚΟΤ
εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 440

Στάχτη στις στάχτες... Καλιφόρνια: Το Βιβλίο του Μάγου Αβραάμ, το πιο ισχυρό βιβλίο που μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο, είναι στα χέρια του σατανικού Ντι. Δύο σελίδες τον χωρίζουν από την απόλυτη εξουσία. Μοναδικό εμπόδιο; Ο Τζος και η Σόφι Νιούμαν, που βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακριά. Παρίσι: Τα δυο αδέλφια ταξίδεψαν με τρόπο μαγικό στην Πόλη του Φωτός, την πατρίδα του Νίκολας Φλαμέλ. Κάθε μέρα που περνάει, ο Νίκολας και η Περενέλ γερνούν και οι μαγικές δυνάμεις τους εξασθενούν. Για τον Φλαμέλ, η Προφητεία είναι πλέον ξεκάθαρη. Η Σόφι πρέπει να μυηθεί στη μαγεία του δεύτερου στοιχείου: της Φωτιάς. Ο μόνος που μπορεί να τη διδάξει είναι ο Κόμης Σεν Ζερμέν, παλιός μαθητής του Φλαμέλ, αλχημιστής, μάγος και αστέρας του ροκ. Ο Τζος και η Σόφι είναι η τελευταία ελπίδα του κόσμου. Εκτός αν δεν καταφέρουν να λύσουν τις διαφορές τους… Το δεύτερο μέρος της σειράς με τις περιπέτειες του Αθάνατου Νίκολας Φλαμέλ.

                                                 * * *

Βιογραφικό Συγγραφέα

Ο ΜΑΪΚΛ ΣΚΟΤ γεννήθηκε στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, όπου ζει και εργάζεται. Έχοντας ξεκινήσει τη συγγραφική του καριέρα πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, σήμερα θεωρείται ένας από τους πιο πετυχημένους και πολυγραφότατους συγγραφείς της πατρίδας του. Με εκατό και πλέον τίτλους στο ενεργητικό του, τα βιβλία του κυκλοφορούν σε περισσότερες από είκοσι χώρες και σε δεκαπέντε γλώσσες, ενώ του έχει απονεμηθεί, δικαίως, ο τίτλος του "βασιλιά της φαντασίας".

Το βιβλίο Ο ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ - ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΣ ΦΛΑΜΕΛ, το πρώτο της σειράς που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, ήταν υποψήφιο για τα Βραβεία Irish Book of the Year 2008, Cybills 2008, και CBI Bisto Book of the Year 2008. Τα δικαιώματα για την έκδοσή του έχουν αγοραστεί από εκδοτικούς οίκους τριάντα επτά χωρών ενώ το βιβλίο πρόκειται να μεταφερθεί σύντομα στον κινηματογράφο.

INTERNET LINKS ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
http://www.dillonscott.com/
http://www.thealchemyst.com/

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά για τον Αντρέα Παγουλάτο που έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή


 
Στο πατάρι η χρυσόρροη σαμπάνια ανοιγμένη , μοιρασμένη σε πλαστικά ποτηράκια. Αριστερόθεν ο Νάνος Βαλαωρίτης, Ιουστίνη Φραγκούλη, Μιχάλης Μήτρας  και δεξιά η κόρη του Κατερίνα Βαλαωρίτη, ο ποιητής Ανδρέας Παγουλάτος και ο συνάδελφος Κώστας Μαρδάς φωτογραφία από το ιστολόγιο της Ιουστίνης Φραγκούλη Justine's Blog www.ioustini.blogspot.com/2009/07/blog-post_05.html




«Χάσαμε έναν πολύτιμο φίλο, σύμμαχο και συνεργάτη»

Κανένας δημιουργός δεν πεθαίνει, εφόσον το έργο του παραμένει ενεργό. Αν και είναι νωρίς για αποτιμήσεις, θεωρούμε ότι ο ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και θεωρητικός του κινηματογράφου, Ανδρέας Παγουλάτος, που έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 62 χρόνων, έχει αφήσει πίσω του έργο, το οποίο, με το πέρασμα του χρόνου, θα πάρει τη θέση που του αξίζει στα ελληνικά γράμματα.

Πέρα από την πρωτοποριακή συμβολή του στο χώρο της ποίησης και των εντύπων της, ο Α. Παγουλάτος, με τη συμμετοχή του στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Ουτοπία», υπήρξε πρότυπο ασυμβίβαστου και μάχιμου αριστερού διανοητή. Ζητήσαμε από τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη να σκιαγραφήσει το πορτρέτο αυτού του παντοτινά ανήσυχου πνεύματος, όπως τον έζησε μέσα από τη συνεργασία και τη φιλία του, τα τελευταία 35 χρόνια. Ο λόγος στον αειθαλή δάσκαλο:

«Ο Αντρέας Παγουλάτος ήταν φίλος μου από το 1976. Αν θυμάμαι καλά, γνωριστήκαμε στο Παρίσι, όπου μου τον σύστησε ο Νικόλαος Κάλας, παρουσιάζοντάς τον ως πολύ ενθουσιώδη νέο ποιητή. Συγχρόνως, γνωριστήκαμε και με τη Μαντώ Αραβαντινού, κι έτσι δημιουργήσαμε ένα “τρίο” στο Παρίσι, το οποίο είχε χαρακτήρα μιας ποιητικής κατεύθυνσης και πειραματικής γραφής. Διαβάζοντας τα “Επίμαχα”, ποιήματα του Αντρέα, αρχικά τουλάχιστον, δεν μου φαίνονταν τόσο διαφορετικά από εκείνα που γράφονταν συνήθως από νέους της εποχής. Πίσω, όμως, από τα “Επίμαχα” υπήρχε ένα σημείωμα πρωτότυπο, περίεργο ως σύλληψη, το οποίο ανέλυε την ποιητική λειτουργία. Τότε ήταν που τον ονόμασα “γλωσσοκεντρικό ποιητή”, καθώς η θεωρία του έμοιαζε πολύ με των Αμερικανών γλωσσοκεντρικών.
Στον γαλλικό μεταϋπερρεαλισμό υπήρχαν τότε δύο κινήσεις, πολύ ενδιαφέρουσες. Η μία των “ψυχρών” ποιητών, οι οποίοι είχαν κατεβάσει το ρητορικό τόνο του υπερρεαλισμού, και η άλλη των “ηλεκτρικών ποιητών”, οι οποίοι κάνανε υπερμπαρόκ ποιήματα. Και οι δύο είχαν συγγένεια με τους γλωσσοκεντρικούς Αμερικανούς. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα, συστήσαμε, κατά κάποιον τρόπο, ένα μικρό, άτυπο μέτωπο ανανεωτικής πρωτοποριακής ποίησης, η οποία είχε έμμεση σχέση με τη γλωσσοκεντρική και τις θεωρίες των υπερρεαλιστών για το υποσυνείδητο. Το κείμενο από υποσυνείδητη υπαγόρευση έγινε συνειδητή υπαγόρευση της ίδιας της γλώσσας.
Αρχίσαμε να συναντιόμαστε σε διάφορα καφενεία της Αθήνας, στη “Διάνα”, στο Κολωνάκι, σ’ ένα υπόγειο φαγάδικο, στην Τσακάλωφ, καμιά φορά στη Βιβλιοθήκη. Μαζί μας ήταν ο Μιχαήλ ο Μήτρας, η Νατάσα Χατζιδάκι, και αρκετοί άλλοι πιο νέοι, όπως η Ελισάβετ Αρσενίου και ο Βίκτορ Ιβάνοβιτς. Το 1989, βγάλαμε το περιοδικό “Συντέλεια” με εκδότη τη Μάγδα Κοτζιά, του “Εξάντα”, την οποία μας σύστησε ο Κώστας Ταχτσής. Ο Αντρέας είχε μεγάλη αγάπη σε οτιδήποτε το πρωτοποριακό. Υποστηρίζαμε τότε τον υπερρεαλισμό, χωρίς να δηλώνουμε νεο-υπερρεαλιστές ή τίποτα τέτοιο. Τον υπερασπίζαμε απλώς εναντίον των διαστρεβλώσεων ή των παρανοήσεων, οι οποίες ήταν πολύ συχνές - και είναι ακόμα. Ο Αντρέας είχε επίσης και την πολιτική του πλευρά, την αριστερή, χωρίς όμως να ενταχθεί ποτέ σε κάποιο κόμμα. Στο έργο του είχε την τάση να μιλάει για αριστερά θέματα, τραυματικά συνήθως, τα οποία έβαζε στην περίεργη ποίηση των σκορπισμένων λέξεών του πάνω στη σελίδα.
Η άλλη του ενδιαφέρουσα πλευρά ήταν η μανιώδης αγάπη του για τον κινηματογράφο. Βλέπει, λοιπόν, κανείς μια διττή προσωπικότητα, η οποία ενεργεί πάνω σε δύο πεδία, πολύ έντονα και χαρακτηριστικά, πράγμα που δεν το συναντά κανείς σε πολλούς ποιητές. Χωρίς τον Αντρέα, το περιοδικό “Νέα Συντέλεια” χάνει το στήριγμά της. Χάνουμε έναν πολύτιμο φίλο, σύντροφο και συνεργάτη συγχρόνως. Κλυδωνίζεται έτσι και το μικρό “μέτωπο” εναντίον του κατεστημένου, αυτού του γνωστού “κυρίαρχου” ρεύματος -ας το πούμε έτσι γενικά- όπου υπάρχουν μεν ποιητές αξιόλογοι, αλλά υπάρχουν και πολλοί οι οποίοι απλώς ακολουθούν ένα μιμητικό μοντερνισμό. Η ξαφνική απώλεια του Αντρέα είναι για μένα ένα πλήγμα οδυνηρό. Ήταν αναντικατάστατος, γιατί υπήρξε αφοσιωμένος φίλος. Δεν έχω καταφέρει ακόμη να γράψω κάτι, αν και μου το ζητάνε πολλοί. Νομίζω ότι του το χρωστάω άμεσα».


* από την Εφημερίδα "Δρόμος"
- Ανδρονίκου 18, 118 54 Αθήνα, Τηλ.: 210 3468 282 210 3468 282 fax: 210 3468 286 , e-mail:

info@edromos.gr

 http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=433:Itemid=44